ΕΙΜΑΙ ΠΑΡΑΛΟΓΟΣ.

ΖΩ ΣΤΟ ΤΡΙΣΤΡΑΤΟ ΤΗΣ ΜΑΤΑΙΩΣΗΣ, ΤΗΣ ΗΤΤΟΠΑΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ.

ΑΝΟΙΓΩ ΤΟ ΨΥΓΕΙΟ ΚΑΙ ΚΕΡΔΙΖΩ ΤΗ ΧΑΡΑ ΜΟΥ.

ΓΟΗΤΕΥΟΜΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΟΣ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΜΟΥ ΜΕΣ’ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ.

ΧΑΝΩ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ ΒΑΖΩ ΤΣΙΡΟΤΑ.

ΠΑΝΩ – ΚΑΤΩ , ΚΑΙ ΚΑΤΩ – ΠΑΝΩ, ΕΧΑΣΑ ΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΚΑΙ ΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΠΥΡΑΜΙΔΑΣ.

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΖΩ ΚΑΙ ΜΕ ΚΕΡΔΙΖΕΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟ.

ΕΙΜΑΙ ΑΝΕΝΤΙΜΟΣ ΜΟΥ.

 

 

ΕΙΜΑΙ ΚΟΥΦΟΣ.

ΑΡΓΩ ΝΑ ΒΑΛΩ ΣΕ ΤΑΞΗ ΤΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ.

ΚΡΥΒΩ ΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ, ΓΙΑΤΙ ΤΟΥΣ ΦΡΑΣΣΩ ΤΟ ΔΡΟΜΟ.

ΠΑΙΡΝΩ ΛΙΘΑΡΙΑ, ΞΥΛΑ, ΧΤΙΖΩ ΓΥΡΩ ΜΟΥ ΤΕΙΧΗ, ΚΛΕΙΝΟΜΑΙ ΚΑΙ ΚΟΙΤΑΖΩ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΦΤΙΑΞΑ.

ΑΓΑΠΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΚΑΝΩ ΝΑ ΜΟΥ ΜΟΙΑΖΟΥΝ.

ΩΡΕΣ – ΩΡΕΣ Μ’ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΞΕΦΕΥΓΩ ΑΠΟ ΤΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΦΕΡΝΩ ΒΟΛΤΕΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ.

ΕΙΜΑΙ ΑΝΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ ΜΟΥ.

 

 

ΕΙΜΑΙ ΤΥΦΛΟΣ.

ΣΠΕΡΝΩ ΚΑΙ ΟΡΓΩΝΩ ΚΑΙ ΘΕΡΙΖΩ ΣΕ ΧΩΡΑΦΙΑ ΞΕΡΑΜΕΝΑ.

ΔΕ ΦΕΡΝΩ ΝΕΡΟ ΣΤΙΣ ΧΟΥΦΤΕΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΤΑΠΙΝΩ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΡΑΝΙΔΑΣ ΤΟ ΜΕΡΤΙΚΟ ΜΟΥ.

ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΚΑΙ ΚΙΝΟΥΜΑΙ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΜΟΥ.

ΦΟΒΑΜΑΙ ΠΩΣ ΣΤΑ ΤΥΦΛΑ ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΩ ΤΗ ΧΑΡΑ, ΙΣΩΣ ΓΙΑΤΙ ΟΤΑΝ ΜΟΥ ΔΟΘΗΚΕ ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΙΧΑ ΑΝΑΓΚΗ.

ΚΑΘΟΜΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΚΑΙ ΚΟΙΤΑΖΩ ΤΗΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ.

ΒΛΕΠΩ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΑ ΠΟΥ ΟΡΙΟΘΕΤΕΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΣΥΝΟΡΑ.

ΕΙΜΑΙ ΑΣΗΜΑΝΤΟΣ ΜΟΥ.

 

 

ΕΙΜΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

ΠΑΡΑΤΗΡΩ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗ ΜΥΡΙΖΩ.

ΤΗ ΓΕΥΟΜΑΙ ΜΕΧΡΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΠΟΝΕΣΟΥΝ ΤΑ ΔΟΝΤΙΑ ΜΟΥ.

ΕΙΜΑΙ ΕΤΟΙΜΟΣ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΩ ΜΙΑ ΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΙΑ ΜΟΥ.

ΤΗΝ ΕΧΩ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΕΙ.

ΕΙΧΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙ ΝΑ ΣΚΟΤΩΣΩ ΤΟ ΘΗΡΙΟ.

ΤΩΡΑ ΤΟ ΤΡΕΦΩ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΤΟ ΜΕΓΑΛΩΝΩ.

 

 

( σκεψεις – σκεψεις – σκεψεις )

 

Advertisements