When I am laid  in earth/may my wrongs create no trouble in thy breast./ Remember me/ but ah! forget my fate. ( Henry Purcell – Dido’s lament ).

Φθινόπωρο. Συμβολισμός. Σαν σημείο που δεν υπήρξε. Σαν δίχως συνισταμένες σου στο χάρτη. Και με τη λίγη αφή του κάθε πρωινού και με μυαλό αγουροξυπνημένο είναι φυσική και ανόθευτη κίνηση να ψάξεις τη ράχη του βιβλίου και να χαιδέψεις το τύπωμα του χαρτιού. Στο πάτωμα δίπλα στη σκόνη μια μυρωδιά από πορτοκάλι και λίγη στάχτη. Ο Στέφανος και η Μαρίκα. Η ζωή κι ο θάνατος. Φθινόπωρο. Και μετά φθινόπωρο. Ή μήπως και πριν.

Δεν θα μείνει αυτή η γεύση ποτέ, έκανα να πω φεύγοντας. Στο στολισμένο τοίχο θα βρέξει φύλλα και στο παράθυρο το στόρι με τον αέρα μανιασμένο θα χτυπάει πάνω στο τζάμι και θα αλλάζει φορά με την αντίσταση και μετά θα ξαναχτυπάει στο τζάμι. Και μετά οι μέλισσες θα κυκλώσουν το σαλόνι και θα ρουφήξουν το κερί που έλιωνε πάνω στο τραπέζι και μέσα τους θα το βάλουν και θα γεννήσουν ένα νέο απόβραδο. Κι όλο αυτό θα είναι για έναν καινούριο κόσμο. Αλλά δε θα μείνει  αυτή η γεύση. Ίσως και ποτέ.

Κάποτε με του δειλινού τη μελαγχολία είναι ωραίο να ζυγιάζεις τα ακριβά σου ρούχα και με μάλλινες κάλτσες να ανοίγεις τρύπες στα τζάμια του δωματίου. Κάποτε με του κόσμου το μέτρημα είναι ωραίο να θυμάσαι ότι αφέθηκες και αφήνεσαι και έπειτα άρπαξες το κύμα και σε άρπαξε. Κάποτε με του ορίου το σκέπασμα είναι ωραίο να λες ότι νικήθηκες. Κάποτε είναι ωραίο να είναι η ώρα.

Στα πόδια μου κύλησε μια φέτα πορτοκάλι. Μια ζωή σε άσπρες ραβδώσεις σαν χιονισμένες φλέβες. Αν κάποιος που έχει χάσει τη ζωή, έσφιγγε σφιχτά στη φούχτα του μια φέτα πορτοκάλι , οι σταγόνες που θα σχημάτιζαν το νοητό του περίγραμμα, θα μπορούσαν να είναι ο διάδρομος που θα οδηγούσε στα μάτια αυτού που τόν ψάχνει στο σκοτάδι και στο φως. Και έτσι γλυκά θα τον γευόσουν σαν αυτή η γεύση να ήθελες να σου μείνει στο στόμα. Σαν ο χτύπος να έμεινε σταθερός, ένα συνεχές τακ της καρδιάς και ένα συνεχές τακ.

Η Μαρίκα πέθανε. Σαν το φθινόπωρο του Χατζόπουλου. Πρώτο δικό μου βιβλίο. Από το ένα σπίτι στο άλλο και τώρα κοντά σε ένα παράθυρο. Τό γέννησα και το κουβαλούσα μέσα μου. Συμβολισμός θα πεις είναι να χάνεις τη μπάλα. Να ψάχνεις δεξιά κι αριστερά και το σημείο να είναι κολλημένο πάνω στη μύτη σου. Να γυρνάει η πλώρη στο λιμάνι της Αμοργού κι εσύ να κοιτάζεις την ομορφιά στο καθρέφτισμα ενός παραθύρου. Και μετά αν οι σκάλες του πλοίου σε κατεβάσουν σε ένα λιβάδι με χάλκινα φύλλα είναι που αυτό το λιβάδι κουβαλούσες μέσα σου. Και ίσως και αυτό να το ένιωσες πιο δικό σου.

Με το τέλος θα αρχίσω. Να με θυμάσαι, όμως λησμόνησε τη μοίρα μου. Ωραία αντίπαλη στιγμή. Τελείωσε ο κρότος και αφήσαμε τα τύμπανα στην άσφαλτο της παρέλασης. Και δε μας ρώτησαν ποιος μας νίκησε και σε ποιον είπαμε το όχι. Μα ήταν   μια επωδός που σκεφτόμουν να τη χαράξω στην αυλή της πόρτας μου. Κάτω από το χαλάκι της πόρτας και δίπλα στις πήλινες γλάστρες. Μα φύσηξε ένα αεράκι άλλο που μ’άφησε στα γόνατα να προσπαθώ να μαζέψω τη σκόνη από τα μάτια μου και μετά τόσο δυνατά που αναγκάστηκα να αφήσω τη μπλούζα μου με τα μανίκια της ανοιχτά να πετάξει και να αγκαλιάσει το συρματόπλεγμα. Κι έμεινα στα γόνατα να σκέφτομαι τα λουλούδια »μη με λησμόνει». Και να έχω στη μύτη μου μια μυρωδιά πορτοκάλι και μια αίσθηση ζωής. Κι όλα αυτά ξαφνικά. Και, ίσως, εν ριπή φθινοπώρου.

Advertisements