Υπό συνθήκες φόβου σε τρακάρω και με τρακάρεις. Συνήθισα με κλεφτές ματιές να κοιτάζω πίσω μου, όταν περπατώ τις νύχτες στους δρόμους. Μετωπική με το αίσθημα του πού ανήκω. Με το με ποιους είμαι ίδιος. Με ποια κεφάλια μπορώ να αλλάξω θέση στο σώμα μου. Και μετά σφυρίζεις αδιάφορα και καίγεσαι. Έρχεσαι σε σύγκρουση με τον ίδιο σου τον εαυτό. Γι’αυτά που κάνεις και σου κάνουν. Γι’αυτά που επιτρέπεις και σου επιτρέπουν. Ποιου νεκρού τα αίματα ξεραίνονται στα ρούχα σου; Στα λόγια σου; Αν δεν είναι το συναίσθημα να πέσει πάνω σου, καλύτερα να μην αξιωθείς να ζήσεις. Αξιώσου το συναίσθημα να υπάρχεις γι’αυτά που σε κάνουν να υπάρχεις. Και τράκαρε τις ιδέες που δεν έχουν τίποτα. Το συναίσθημα που σου λέει να μην κάνεις. Πίσω από την πόρτα του ιατρείου σήμερα, πήρα ένα καρδιογράφημα. Αρρυθμίες, βαλβίδα χαλασμένη, αίμα που σπρώχνει και σπρώχνεται. Κι ένιωσα ένα αίσθημα φόβου. Σαν αυτό που σου λέει »μη χάσεις ό,τι σου ανήκει». Σαν αυτό που σε πιάνει,όταν κοιτάς πίσω σου ποιος έρχεται. Μετά περπάτησα, μίλησα στο τηλέφωνο, αφέθηκα. Κι είπα να μη με διαλύσει το αμάξι που έρχεται με φόρα από απέναντι. Κι είπα να μην με παραλύσει το αίσθημα της απραγίας και του όλα όπως έρθουν. Ή τουλάχιστον,για μια φορά, να νιώσουν και οι δύο πλευρές πιο δυνατή τη σύγκρουση.

Advertisements