Έχει δρόμο ενδιάμεσα. Και μετά πεζοδρόμιο και κάδους με σκουπίδια. Έναν ανακύκλωσης και έναν για τα υπόλοιπα. Ούτε που τα προσέχω βέβαια. Όπου τύχει. Ό,τι σκουπίδι πετάχτηκε που χρόνος για ανακυκλώσεις και δεύτερες σκέψεις. Και μετά σαν ξεχασμένο δώρο ένα παλιό σπίτι με κεραμίδια. Περίτεχνη κατασκευή. Άδειο πια σώμα. Ακατοίκητο. Το κοιτώ κάθε πρωί από το παράθυρο. Φωνάζει μέσα του ο χρόνος. Κι είναι ωραίο που το σπίτι αυτό γέρασε με τη ζωή του και δεν φτιασιδώθηκε. Σαν κανονικός άνθρωπος. Δεν ξέρω πότε πέθανε αυτό το σπίτι. Δεν υπάρχει ούτε μια επιγραφή. Λόφος Προφήτη Ηλία στον Πειραιά. Ίσως λίγο πιο χαμηλά. Ενθάδε κείται.

Στο μεσοπόλεμο η Πατησίων τόπος εκδρομής και ομορφιάς ξεχωριστής. Δρόμοι γεμάτοι δέντρα, ησυχία. Διαβάζεις τη »Μαρία Πάρνη» και δεν ξέρεις πού βρίσκεται αυτός ο τόπος. Προχωρούσαμε με τα πόδια μετά το θέατρο. Ποιο τέρας κρύβει μέσα του ο κάθε άνθρωπος;, σκεφτόσουν. Δεν ξέρω αν τα τέρατα τη δεκαετία του ’30 είχαν την ίδια όψη. Από το Μεταξουργείο βγαίνουμε στο Μουσείο. Η Πατησίων μπροστά μας. Ο Παρθενώνας φωτισμένος και ο δρόμος με λίγη κίνηση, άλλος δρόμος. Το Πολυτεχνείο ξέπνοο. Μού φάνηκε αλλιώς εκείνη τη νύχτα η Πατησίων. Ίσως την αγάπησα περισσότερο. Ή ίσως της έδωσα μια δεύτερη ευκαιρία να μου μιλήσει. Και την ένιωσα δρόμο.

Κωνσταντινουπόλεως. Βράδυ. Λίγο πριν ξημερώσει. Δεκέμβρης περασμένος, αλλά όχι γιορτινός. Παράξενη ονομασία για έναν δρόμο που καμία αίγλη δε νιώθω περπατώντας τόν. Περπατάμε προς τον Ταύρο. Νιώθω μια περιέργεια να ζήσω. Φιλιόμαστε στον δρόμο σε διάφορα σημεία, στρίβουμε μες στα στενάκια του Ταύρου, ανεβαίνουμε σε μια  γέφυρα, δεν ξέρω πώς λέγεται, οι γραμμές του τρένου κάτω, άδειοι δρόμοι, ένα φως σε μια πολυκατοικία, φιλιόμαστε στη γέφυρα, δεν ξεχωρίζω τα μέρη, κατεβαίνουμε, περπατάμε, δεν υπάρχουν οδοί , δεν ξέρω ίσως, θα μάθω κάποτε άραγε; , περπατάμε μέχρι σήμερα, κι όμως τότε ήταν που αν είχα έναν χάρτη θα ήθελα κάποιος να μου πει από πού ξεκίνησα. Σήμερα δε θα ήθελα να μου πει κανείς τίποτα. Σήμερα σταμάτησα να νοιάζομαι για ονόματα, βάφτισε τη ζωή όπως θέλεις.

Δώδεκα και μισή. Ραντεβού στον ηλεκτρικό του Θησείου. Άργησε δύο ώρες. Δώδεκα και μισή. Ραντεβού στη μικρή τριγωνική πλατεία της Ζέας. Δε βρεθήκαμε ποτέ. Εννέα και μισή. Ραντεβού στον Άγιο Διονύσιο. Ανέβηκε στο πλοίο. Οκτώ και μισή. Ραντεβού στην πλατεία Ελευθερίας για έναν καφέ. Κάθε φορά που τή βλέπω είναι ένα κομμάτι μου. Πέντε και μισή. Ραντεβού στην πλατεία Αγίας Ειρήνης. Τής μιλάω, με αγκαλιάζει, έχω πολλά να τής πω, έχω δρόμους να τής περπατήσω, εκείνη έχει άλλους. Έχει παιδί, οικογένεια, μαθαίνει ρώσικα, γαλλικά, εκείνη τους δρόμους της τούς άνοιξε στην Κρήτη. Επτά και μισή. Ραντεβού στην »Κάνουλα» στην Πέτρου Ράλλη. Δεν υπάρχει πια. Δέκα ακριβώς. Ραντεβού στο Κατράκειο για να πάμε στη συναυλία του Παπάζογλου, από πάνω να μπουμε, να μην πληρώσουμε εισιτήριο. Μες στις λάσπες, εφηβεία με συστολή. Δεν υπάρχει πια. Ραντεβού τώρα πού; Πριν ή μετά τις δέκα και μισή;

Πειραιώς, πάλι αργά. Οι δρόμοι τη νύχτα είναι άλλοι; Δεν ξέρω, αλλά η Πειραιώς δεν είναι και πολύ άλλη. Όχι όμως νύχτα με ομίχλη. Τότε είναι μια άλλη. Λίγο πριν τη γέφυρα του Κηφισού. Ομίχλη. Το φως πάνω στη γέφυρα από κολώνα της ΔΕΗ. Ομίχλη. Δε βλέπεις πού ενώνεται το σώμα της κολώνας με το φως της λάμπας. Κι έτσι μια λάμπα ίπταται στη διασταύρωση Πειραιώς με γέφυρα Κηφισού. Από τότε όλο ανεβοκατεβαίνω με το 049, αλλά ούτε μια φορά δε φώτισε όπως τότε. Λες να έφταιγε η ομίχλη; Ή μήπως ότι κατέβαινα την Πειραιώς παρέα με ένα γατί που μού μίλαγε για μια ζωή σαν την κολώνα της ΔΕΗ; Ποτέ δεν έμαθα. Μάλλον μέχρι τότε θα ανεβοκατεβαίνω την Πειραιώς με φώτα ομίχλης.

Στις ίδιες, όπου κι αν υπήρξαν, ζωές και ανάσες. Ζωγράφου, Πλάκα, Νίκαια, Ηλεκτρικός Πειραιά, Λιμάνι, Φροντιστήριο Παιδεία στη Τζώρτζ, δίπλα στα θραύσματα του Πολυτεχνείου, Ακτή Μιαούλη, Καλλίπολη, ξανά Νίκαια, Βώκος, Πέραμα τώρα, ωραία λέξη το πέραμα. Βρήκα κι εγώ μια πόλη. Να ζωγραφίσω και να τήν κλαίω σαν δική μου. Είναι μεγάλο πράγμα να έχεις κάτι δικό σου να κλαις.

Advertisements