Μητέρα μου με ήθελες / με ήθελες να είμαι βότσαλο στ’ακρογιάλι

Εμείς οι άλλοι. Και οι άλλοι που είναι εμείς. Iδιοκτησία. Το δικό σου και το δικό μου. Πόσο εύκολο μες στους άλλους να είσαι ελεύθερος;

Πριν από δύο ή τρία χρόνια είδαμε στο σινεμά με την Όλγα την ταινία »Χώρα προέλευσης». Στην κορυφαία σκηνη της ταινίας, που διατρέχει μεγάλο μέρος του έργου, η Αμαλία Μουτούση διδάσκει στους μαθητές τον »Ύμνο εις την ελευθερίαν». Λέει, αναλύωντας τους στίχους : » η ελευθερία είναι ένα σπαθί που κόβει, είναι ένα βλέμμα που δικάζει ».

Σε γνωρίζω από την κόψη / του σπαθιού την τρομερή / σε γνωρίζω από την όψη που με βια μετράει τη γη

Συναντηθήκαμε τις προάλλες στην Πλάκα. Ζευγάρι εδώ και χρόνια, παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο πριν από λίγους μήνες. Θα φύγουμε για Σουηδία. Θα ψάξουμε για δουλειά και για τους πρώτους μήνες από περιοχή σε περιοχή και από σπίτι σε σπίτι. Υπενοικίαση βλέπεις στη Σουηδία συχνό φαινόμενο. Ρούχα πράγματα, λίγα. Σκέφτεσαι. Τους βλέπεις. Επανάσταση στα 32; Από τότε που βγήκες απ’τ’ αβγό τα βήματα σου μετρημένα, να ορθοποδήσεις δυσκολεύτηκες, τις επαναστάσεις δεν τις έζησες. Δεν ήσουν και γεννημένος για μπροστάρης. Σε έδεσαν περισσότερο με τη ζωή σου τα κόκκινα γεράνια της Πλάκας παρά τα κόκκινα λάβαρα. Ίσως και η συνάντηση στην Πλάκα να ήταν σε σημείο κομβικό. Σε αυτό που δε θέλεις να χάσεις. Θα καταντήσουμε πρόσφυγες στην ίδια μας τη χώρα;, σκέφτεσαι. Μάλλον έρχονται οι μέρες που τα κόκκινα γεράνια της Πλάκας δε θα μας δένουν με το τίποτα. Θες να ξεριζώσεις τις ρίζες σου;, βιάστηκα να μονολογήσω. Λίγες μέρες μετά έμπαινε η άνοιξη.

Θα μετρηθούν τα ποσοστά μας/ και θα τα βρούμε όλα μπροστά μας

Πολλαπλή εστίαση. Βλέπω το ίδιο πράγμα από πολλές πλευρές. Σκαρφαλώνω στα ψηλά κι εσύ από κάτω κοιτάς μιαν άλλη όψη του. Πολυφωνία. Μιλάμε. Λέμε. Συνεννοούμαστε; Θέατρο Χώρα. Παράσταση για τη ζωή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Φεύγουμε συγκινημένοι. Όχι μόνο για την ευτυχή συγκυρία του έργου, αλλά για την ευτυχή συγκυρία μιας ζωής ολοκληρωμένης που είδε τα πράγματα με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του κάθε στάδιου της ζωής της και δόθηκε σε αυτά. Στις μέρες μας βλέπεις αυτές τις πολλαπλές εστιάσεις να έχουν μπερδευτεί μεταξύ τους σε ένα πρόσωπο. Μιλάς με νέους ανθρώπους και ακούς γερασμένες αντιλήψεις, ζεις σε μια χώρα που βλέπεις τους μεγαλύτερους να θέλουν με έναν ακατάσχετο εγωισμό να βγουν μπροστά σαν τα πρωτότοκα παιδιά που ζηλεύουν το καινούριο παιδί που έρχεται στην οικογένεια. Κι αυτό το κουβάρι σαν συνονθύλευμα ζωής που μάζεψε και θέλει ξήλωμα. Δεν ανήκω στους  απαισιόδοξους, θα πεις. Αν μου δινόταν η ευκαιρία, θα ήμουν κι εγώ άλλος. Αλλά φοβάμαι ότι η ιδέα και η ορμή πρέπει να προηγούνται του φόβου. ‘Η τουλάχιστον πρέπει όταν, καθισμένοι στο τραπέζι της τελευταίας σκηνής του έργου και παίζοντας πόκα, όταν η Ευτυχία θα μας κλείσει το μάτι λέγοντας μας πίσω από τα χαρτιά »μιλάς», εμείς να μιλήσουμε και να έχουμε κάτι γενναίο να πούμε.

Το σκληρό έμαθα πώς χαράζει / αλλά όχι πώς χαράζεται

Δεν ξέρω πού θα βγει. Άκουγα και ξαναάκουγα το δίσκο. Με συγκινούσε βαθιά το αίτημα του τραγουδιού »μην πας μια μέρα στη δουλειά ».  Ήταν τόσο βαθύ κι ανθρώπινο, λιτό σε έξι μόνο λέξεις ένας ολόκληρος κόσμος. Με πειράζει που το νόημα των στίχων σε μια πρώτη ανάγνωση σήμερα μπορεί να μοιάζει για κάποιους ανθρώπους εκτός πραγματικότητας. Όταν ξεκίνησα να δουλεύω στην τράπεζα είχα πει σε δύο – τρία χρόνια θα έχω φύγει. Έχουν περάσει οκτώ. Είμαι ακόμη εκεί. Λένε θα την πουλήσουν, λένε θα μας μειώσουν τους μισθούς, λένε θα μας απολύσουν. Τα ακούω με απάθεια. Πολύ ενεργητική στάση, θα μου πεις. Δεν ένιωσα να είμαι ποτέ εκεί, θα σου ανταπαντήσω. Και αυτός είναι λόγος να μην υπερασπιστείς το δίκιο σου;, θα ρωτήσεις. Δεν είναι ωραίο να μη νιώθεις ελεύθερος μες στα ίδια σου τα ρούχα. Θέλεις να πάρεις την πέτρα και να σπάσεις το τζάμι. Πολυτέλεια στις μέρες μας να διαλέγεις και δουλειά. Δεν καταλογίζω άδικο σε όλα αυτά, αλλά να, σήμερα γυρνώντας το μεσημέρι από την Ευελπίδων, όπου είχα παέι για δικαστήριο της τράπεζας για να υπερασπίσω τα νόμιμα συμφέροντα της έναντι του κάθε κακούργου εκδότη επιταγής κι όπου μέσα εκεί βλέπεις ιστορίες ανθρώπων που τα μάτια τους  μοιάζουν κουρασμένα σαν τα δικά σου, βγήκα να περπατήσω μέχρι την Ομόνοια και περνώντας μέσα από το πεδίο του Άρεως το πάρκο είχε ένα εκτυφλωτικό φως , ένα φως που, αν δεν είσαι σε διακοπές ή ξαπλωμένος σε μια παραλία, σου δείχνει ξεκάθαρα ότι κάποιο λάθος έκανες και ίσως την άνελευθερία σου την πλήρωσες ακριβά. Κι έτσι είπα η βελόνα του τραγουδιού να μην κολλάει πια στο » μην πας μια μέρα στη δουλειά », αλλά στο »ποιο άλλο όνειρο ζωής έχεις ξεγράψει».

Τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν/ τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν

Την ώρα που γύριζα με το λεωφορείο σπίτι, ο Πειραιας ήταν κατασκότεινος. Ήταν οκτώ η ώρα, αλλά με την πρόσφατη αλλαγή της ώρας ή υπήρξε κάποιο πρόβλημα με το συντονισμό ή είχαμε διακοπή ρεύματος. Το λεωφορείο επίσης δεν είχε ανάψει τα φώτα. Έτσι διασχίζαμε τη Βασιλέως Γεωργίου οκτώ η ώρα το βράδυ σαν να ήταν βαθιά μεσάνυχτα. Όταν κατέβηκα από το λεωφορείο τα φώτα είχαν αρχίσει να ανάβουν. Άραγε θέλει τόσο σκοτάδι για να χαρείς το φως;

Κι έλεες »πότε, α! πότε βγάνω / το κεφάλι από τς ερμιές; »/ Κι αποκρίνοντο από πάνω/ κλάψες, άλυσες, φωνές

Η ελευθερία είναι ένα σπαθί που κόβει, είναι ένα βλέμμα που δικάζει.

-Και τι ρούχο φοράει ;, ρώτησε η Μουτούση.

-Γεμάτο αίματα, απάντησαν τα παιδιά.

Και είναι ματωμένη, ψέλλισε σιγά.

(με στίχους των The Boy, Διονύσιου Σολωμού, Οδυσσέα Ιωάννου, Κικής Δημουλά, Λίνας Νικολακοπούλου, Γιώργου Σεφέρη και λόγια από το σενάριο της ταινίας »Χώρα προέλευσης» γραμμένο από τους Σύλλα Τζουμέρκα και Γιούλα Μπούνταλη)

Advertisements