-Είχες δυό χρόνια να έρθεις να με δεις. Γιατί; , είπε και το χέρι της τρέμοντας προσπαθούσε να πιάσει το κουτάλι με τη σούπα.

-Μα τι είναι αυτά που λες; Πριν από τρεις μήνες δεν ήρθα στην εγχείριση του μπαμπά; Και μετά λίγο νωρίτερα τα Χριστούγεννα; , είπα και μέσα μου θύμωσα από την αδικία. Μα δε με θυμάσαι;

-Tα πάντα θυμάμαι. Είχες δυό χρόνια. Η φωνή της έντονη. Πάντα έντονη γι’αυτά που πίστευε. Για τους ανθρώπους που έχουν γίνει κακοί πια, για τις γυναίκες που δεν είναι άξιες να κρατήσουν ένα σπίτι , για τη φτώχια και την πείνα της Κατοχής, που έκλεβαν της μητέρας μου το ψωμί καθώς ερχόταν από το φούρνο, αλλά έλεγε δεν πειράζει αφού πεινούσαν, χαλάλι, για τα ποτά που πρέπει να προσέχω το βράδυ στα μαγαζιά μη μου ρίξουν τίποτε μέσα,  για τα ρούχα που πρέπει να αγοράζω και να είναι καλής ποιότητας, δώσε λίγα λεφτά παραπάνω, θέλω να φοράς καλά ρούχα. Μιλάει σαν να πρέπει να σε προστατεύσει. Μόνο όταν μιλάει για εκείνους που έφυγαν η φωνή της σπάει. Προσδοκώ ανάσταση νεκρών, λέγαμε στην προσευχή. Ώρες ώρες μαζί της η φράση αυτή αποκτά διαφορετικό νόημα.

-Δε θέλω να έρχεσαι και να μου φέρνεις πράγματα. Ούτε να κάθεσαι πολλή ώρα. Μόνο που και που να μπαίνεις και να βγαίνεις στο σπίτι. Για λίγο να σε βλέπω.

Έσκυψα το κεφάλι μου ντροπιασμένος για τον αρχικό θυμό μου.

Η ώρα πήγε έξι. ‘Οπως κάθε βράδυ. Παλιό προσφυγικό σπίτι στη Νίκαια. Στα πλακάκια της εισόδου η ημερομηνία 1927. Παράξενο, σκέφτηκα, πόσο ανάγκη είχαν οι άνθρωποι παλιά να ορίζουν το χρόνο.Ίσως γιατί η ζωή τους ήταν άρρηκτα δεμένη με το χώρο τους, στην εποχή μας ανέστιοι και μπαινοβγαίνοντας σε σπίτια  και ζωές είναι στιγμές που αισθανόμαστε σαν να μη χωράμε και να μην ανήκουμε πουθενά.

Στον τοίχο ελάχιστες φωτογραφίες, εικόνες και το καντήλι αναμμένο. Όταν έμενα στη νονά τη Σοφία κάναμε το σταυρό μας μπροστά στις εικόνες κι εγώ γέλαγα. Γέλαγα, γιατί κάναμε το σταυρό μας και είμαστε όρθιες. Τώρα η νονά Σοφία πέθανε. Θυμάμαι το παλιό της σπίτι δυό λεπτά με τα πόδια από το πατρικό μου, με τις παλιές εσωτερικές αυλές – μονοκατοικία -που στα μάτια μας φάνταζε σπίτι με μυστικά περάσματα για εξερεύνηση, ο στενός διάδρομος στην είσοδο της αυλής με τον τοίχο που νόμιζες θα μετακινηθεί και θα σου φράξει το πέρασμα, η γυριστή εξωτερική σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα, με τα κενά στα σκαλοπάτια ανάμεσα που φοβόμουν να κοιτάξω, το εσωτερικό σαλόνι που δε μας έβαζαν ποτέ και είχε μια μυστηριακή απόκοσμη γοητεία, η εσωτερική γυριστή σκάλα που ανέβαιναν με τις λεκάνες οι γυναίκες να απλώσουν τα ρούχα, η φωτεινή είσοδος. Σ’όλα αυτά η Λεμονιά ταίριαζε σαν το κουμπί στη ζακέτα. Ήταν ο δικός της χώρος. Παρότι δεν έζησε παρά μόνο πέντε χρόνια εκεί. Μετά η νονά Σοφία πέθανε, η μονοκατοικία κατεδαφίστηκε κι έγινε πολυκατοικία, η ξαδέρφη της η Στέλλα που άπλωνε με τις λεκάνες τώρα στο διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου δεν μπορεί να κουνηθεί γιατί την πονάνε τα πόδια της κι η Λεμονιά ξενιτεύτηκε στο πατρικό της, έτσι μου φάνηκε αυτή η μετακόμιση, σαν ξεριζωμός.

Ύστερα ήρθαν οι θάνατοι. Κια οι νίκες του θανάτου στη δικαιοσύνη της ζωής. Δε με έπαιρνε εμένα το σαράβαλο, ούτε στην εκκλησία δεν μπορώ να πάω πια. Μα τι είναι αυτά που λές, βρέ Λεμονιά, εσύ θα ζήσεις χίλια χρόνια. Εγώ θέλω να ξεκουραστώ.

Κάποιες φορές καθόμαστε και κοιτάζουμε παλιές φωτογραφίες. Ασπρόμαυρες, από αυτές που μοιάζουν και με φωτογραφία και με ζωγραφιά.  Κορίτσια ανάμεσα σε τριανταφυλλιές, εκδρομή σαράντα ατόμων λίγο έξω απ΄την Αθήνα, κορίτσια κι αγόρια με τα καλά τους σε ολόσωμες φωτογραφίες – μα πόσο όμορφη η θεία Ελπίδα – ο Άκης, ο Ανέστης, ο Θοδωρής – τη φώναζε Λεμόνι, πού είσαι μωρή Λεμόνι φέρε μου λίγο νερό και έκανε κάτι γράμματα στις εκθέσεις – η Μαρίτσα, ο Γιώργος, ο θείος Γιάννης, πέθαναν όλοι πια, μαζί με γονείς, παππούδες και τρία αδέρφια μωρά στο Μεσοπόλεμο.

Δεν αγαπώ τα ευχολόγια ούτε τις ηρωικές περιγραφές. Μου μοιάζουν άνθρωποι που στην καθημερινότητά τους πάλεψαν και παλέυτηκαν, στργγαλίστηκαν και στραγγάλισαν κάτω από το βάρος του φόβου τους και της – ή μη – δύναμής τους. Γι’αυτό και μετά από κάθε επίσκεψη στο σπίτι της φεύγω σαν να με έχουν αδειάσει, σαν να έχουν φύγει όλα και σαν να πρέπει να δουλέψω για να ξανακυλήσει το αίμα στις φλέβες. Ίσως γιατί οι άνθρωποι που φανερά σου λένε νικήθηκα και δε θέλω πια να παλέψω για τίποτα και που ξέρεις ότι δεν το λένε από φόβο ή δειλία αλλά από πραγματική συνειδητοποίηση της ήττας τους λειτουργούν σαν βαρίδι μέσα σου που σε βουλιάζει αργά και σταθερά και πρέπει να πιάσεις ένα χέρι ή μια μνήμη για να σηκωθείς. Δε μ’αρέσει η ήττα. Αλλά είναι ώρες που λες πως δεν μπορείς να κρίνεις αυτούς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ενώ εσύ ακόμη προσπαθείς να χειρίζεσαι το ξύλινο σπαθί σου. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου, περπάτησα μέχρι τη στάση του λεωφορείου και βούρκωσα στη διαδρομή.

Αγαπώ τους ανοιξιάτικους κήπους. Στο εξοχικό ο πατέρας φύτεψε μια λεμονιά στο κέντρο του κήπου, εκεί όπου υπήρχαν κάτι ψηλά πεύκα. Πόσες φορές μαλώσαμε για το κόψιμο των πεύκων, ήρθε το χιόνι και τα κατέστρεψε από μόνο του. Στη θέση του μια λεμονιά που την ποτίζει ο Δημητράκης. Πόσο ταιριαστό ρίζωμα, σκέφτηκα. Μια Λεμονιά ξεριζώθηκε από παντού, ξεριζώθηκαν μέχρι και κομμάτια του σώματός της από μέσα της – μικρό παιδί έξι χρονών ανάπηρο στο ένα πόδι, αγκύλωση είπαν θα πάθει οι γιατροί, άλλα χρόνια τότε, σήμερα θα είχε μια άλλη τύχη – και μια λεμονιά βρήκε τη θέση της στο κέντρο του κήπου, λούζεται στον ήλιο, ανθίζει κι ένα παιδάκι τρεισήμισι στα τέσσερα γεμίζει το λάκκο της με νερό καταβρέχοντας με το λάστιχο, σαν παιχνίδι και ξεδίψασμα μαζί. Και λέω έτσι στο κέντρο του κήπου να πάει το νερό σαν ρέμα και σε κάθε νέα γενιά. Που χρειάζεται να παλέψεις. Αλλά και που όλα είναι εδώ. Και που είναι και που θα είναι για πάντα. Αρκεί να έρχεσαι που και που. Αρκεί που και που να μπαινεις και να βγαίνεις στη ζωή μου.

 

Advertisements