Στο τρένο δεν ακούγεται φωνή. Δεν υπάρχει καμία έξοδος.

Οι χειρολαβές κουνιούνται στη ροή της πορείας του.

Ένα τράνταγμα στο χέρι κι ένας σπασμός στο σώμα.

Σκύβεις να πάρεις τη βαλίτσα σου και σηκώνοντας το κεφάλι βλέπεις να έρχονται ορδές ανθρώπων.

Αφήνεις κάτω τη βαλίτσα και ακουμπάς τα χέρια σου στο πάτωμα.

Ξαπλώνεις στο πάτωμα.

Είναι άσπροι, μαύροι, είναι άλλοι. Έχουν χέρια, πόδια, δεν έχουν ό,τι έχεις.

Είναι ίδιοι, δεν είναι, δεν είναι ό,τι είσαι.

Είναι παιδιά, είναι μεγάλοι, έχουν φωνές. Ανάσες.

Τούς είσαι ξένος.

Σου απλώνουν το χέρι, σε βοηθούν να σηκωθείς, άλλοι δίπλα τους σε ποδοπατούν, σε σπρώχνουν.

Τούς σπρώχνεις κι εσύ με τα χέρια, πιάνεσαι από την πλάτη του καθίσματος, σηκώνεσαι.

Γύρω σου συνεχίζουν να περνούν σαν κύματα οι άλλοι.

Η φορά τους αφήνει αστρικές λάμψεις.

Σκουπίζεις τον ιδρώτα σου, τούς κοιτάζεις και γελάς.

Σε προσπέρασαν.

Το ξέρουν.

Το ξέρεις.

Αλλά εδώ που βρεθήκαμε μαζί, σ’αυτό το βαγόνι, δεν υπάρχει έξοδος καμία.

 

Advertisements