Πού σε πήγε μια αρκούδα, ένας γλυκόσαυρος, ένα λιωμένο σαν κόλλα ζαχαρωτό; Του Αγίου Βαλεντίνου λες σαν σήμερα. Ανοίγεις το βήμα σου, περπατάς. Είναι η ώρα που έχει και δεν έχει δύσει. Ανοίγεις το χαρτάκι, διαβάζεις σταθερά : »πήγαινε πίσω μπρος, ακολούθα τη ζωή σου». Έχεις χέρια και αισθήσεις. Κι είναι το πεζοδρόμιο βρώμικο, χωράς και δε χωράς να περάσεις από τ’αυτοκίνητα, έχει κίνηση, καπνό, μέρες. Άλλες φορές λες ν’ανέβω για τη θέα, άλλες για το τίποτα, να δω να μπορώ ν’ανέβω και να κατέβω. Ετούτη τη μέρα, ίσως και σύμβαση.

Θυμάσαι εκείνη τη μέρα στο φανάρι. Κρατούσε ένα λευκό αρκουδάκι με καρδιά. Το παλτό κουμπωμένο μέχρι ψηλά και η άκρη του κασκόλ να φεύγει ακατάστατα. Νόμιζες ότι όπως θα έτρεχε να έρθει προς το μέρος σου η άκρη του κασκόλ θα πιανόταν στην κολώνα από το φανάρι και θα έβλεπες το κουμπί των πεζών μόνιμα πατημένο ν’αναβοσβήνει ο σηματοδότης και ν’ανεβοκατεβαίνουν τα χρώματα και έτσι ήθελες μια ζωή με πορτοκαλί – πράσινο – κόκκινο όχι μόνο ένα χρώμα αλλά όλα σε ένα και ποτέ κανένα μόνο. Και το λευκό αρκουδάκι πότε πράσινο κόκκινο πορτοκαλί χαμαιλέων πίθηκος ζέβρα.

Ανοίγεις το δεύτερο χαρτάκι : »πήγαινε παντού πουθενά, όπου χώρεσες». Υπάρχουν και όρια. Ή έστω υπήρχαν.  Στο λόφο του Προφήτη Ηλία, εκεί κάτω από το Βεάκειο, στην απλάδα, στο άνοιγμα. Εκεί που ακολουθώντας τα χνάρια και τα σπαρμένα του παραμυθιού ρεβύθια υπάρχουν οι λίμνες και τα δάση των ξωτικών, οι πέτρινες στοές με τα τεράστια ερπετά και οι φωνές οι δίχως ήχο. Εκεί που δεν μού ήταν να νιώσω έτσι, αλλά μας ένιωσα πιο ελεύθερους από ποτέ. Πότε; Ποιά μέρα; Γιατί; Θα μου το γράψεις σε μία κάρτα;

Ανοίγεις το βήμα σου γυρίζετε προς τα πίσω. Στέκεστε στο προαύλιο του Προφήτη Ηλία, καπνίζεις τσιγάρο κι έχεις κουβαλήσει μαζί σου ένα καρότσι πράγματα. Έχεις κουτιά με θησαυρούς πολλούς ανεκτίμητους θησαυρούς. Στην πόρτα της εκκλησίας σταματάτε και ακουμπάτε το αυτί σας στο τζάμι. Ακούγεται από μέσα το εκκλησιαστικό όργανο. Ανοίγεις την πόρτα και προσέχετε να μην την κλείσετε με δύναμη, μπαίνετε μέσα μαζί με το καρότσι στη γωνιά για τα κεριά. Έχει ησυχία. Ο άγιος στέκεται καθισμένος στα λιγοστά σκαλοπάτια, καπνίζει κι ακούει τη φωνή της Βιτάλη. »Έλα λίγο μόνο για λίγο». Ακουμπάς τα χέρια σου στην άκρη της σκάλας και στέκεσαι με απορία δίπλα του. Το τσιγάρο λιώνει και κιτρινίζει τα χέρια σου. »Αν δε σε έβλεπα, δε θα σε πίστευα», τού λες. »Έχω ψάξει και για Άγιο-Βασίλη και για Άγιο Φανούριο και για το Άγιο Πνεύμα». »Ούτε εγώ θα ήθελα να με πίστευες, αν δε με είχες μπρος στα μάτια σου». Δεν έριξα λεφτά στο παγκάρι, σιχαίνομαι την αισχροκέρδειά τους. Κλείσαμε την πόρτα με προσοχή, κατεβήκαμε τη σκάλα και προχωρήσαμε. Σταματήσαμε και κοιταχτήκαμε στα μάτια. Και ξαναμπήκαμε στη δική μας ζωή.

Advertisements