-Πάρτε με αγκαλιά!, φώναζε στους δρόμους ημιλιπόθυμη. Δεν έδινε κανείς σημασία. Πότε θα έρθεις να μπεις μέσα μου να μπω μέσα σου να ζήσουμε αλλά μέχρι τότε δεν υπάρχουν άλλες λέξεις και κινήσεις. – Πάρτε με αγκαλιά!, εξακολουθούσε μέχρι τού σημείου να μού γίνει φορτική. Λες και δεν ήξερε μέσα της ότι άλλοτε οι αγκαλιές είναι βέρες και άλλοτε ένα κλείσιμο στο χάος και στο τίποτα. Ανυπομονούσα να σβήσει η κάφτρα του τσιγάρου και να εξαφανιστώ από το χώρο. -Πάρτε με αγκαλιά!, φώναζε, – διεκδικώ το χώρο σου. Το πρωί τήν βρήκαν νεκρή να κείτεται στο δρόμο. Δεν είχε υγρασία και ο δρόμος ήταν στεγνός. Κι εκείνη εκεί ακίνητη κοιτούσε μια κουκκίδα του δρόμου. Ας τήν είχε πάρει κάποιος αγκαλιά, μονολογούσα. Έτσι δε θα με έτρωγε σήμερα αν θα πρέπει να σκουπίσω από το δρόμο τα αίματα κι αν τελικά αξίζει να τα σκουπίσω.

Στους ταξιδιωτικούς οδηγούς που μαζεύουμε στο ντοσιέ το μπλέ με τον άσπρο γάτο υπάρχει πάντα μια ψευδαίσθηση. Η ψευδαίσθηση τού τι είδαμε. Πολλές φορές αιώνια μ’αρέσει να σου μιλώ. Μ’ αρέσει η σύμβαση της αιωνιότητας. Της ατελούς κίνησης. Αλλά στα σημεία με κερδίζει η αίσθηση τού πόσο ο άλλος είναι φθαρτός και ξέχωρος κομμάτι από τη σάρκα σου και ταυτόχρονα γέννα άλλη που δεν πρόκειται να συναντηθεί με τη δική σου ποτέ. Και με κερδίζει αυτή η ιδέα ώρες ώρες. Να με δεις και να σε δω μέσα από αυτά που είδαμε. Έτσι κερδίζεις μιαν αλήθεια σου που τήν θέλω κι έτσι είμαι μια αλήθεια που δε θα ήθελα να σού ήταν ψέμα. Σαν αλήθεια σαν ψέμα να ζούμε.

Κάτω από το υπόστεγο είχε σταθεί. Η βροχή εξακολουθούσε. Το τοπίο ήταν μουντό και γενικά δεν ήταν αυτές μέρες. Είχε κλείσει την ομπρέλα και στεκόταν ακίνητη. Τα μάτια της δεν είχαν δει ό,τι είδε τα αυτιά της δεν είχαν ακούσει ό,τι άκουσε. Ωραίο πίσω της το τζάμι με την  αντανάκλαση του λουλουδιού να της θολώνει τα μάτια. Εστίασε στο χαμηλό φως. Υπάρχουν και οι ώρες, σκεφτόταν. Δε χρειάζεται να είναι μέρες, αρκεί να ήταν ώρες. Έβγαλε από την τσάντα της ένα καθρεφτάκι μικρό και άρχισε να το κουνάει ολόγυρα. Με βροχή και με μαυρίλα το μόνο που αντανακλούσε ήταν σκοτάδι. Ξαναγύρισε το καθρεφτάκι στην τσάντα της. Όπως το φανταζόμουν, άρχισε να μονολογεί. Στάθηκε για λίγο στα πόδια της και μετά σωριάστηκε στο πάτωμα. Όταν ξύπνησε, γύρω της δεν υπήρχε κανείς και κάποιος πρέπει να είχε σκουπίσει τα αίματα.

Advertisements