χρόνος 2

Τότε μια μέρα πριν. Τώρα μια μέρα μετά. Πριν πέντε χρόνια ένα κεφάλι από τη μήτρα της ξεπρόβαλε, να τρέχουν αίματα και υγρά και μια ζωή που ταξίδεψε με τη μεγάαλη καράβα και ανεβοκατέβηκε και από την Κρήτη στην Αθήνα να μην μπορεί να κοιμηθεί μες στο πλοίο και να το πηγαινοφέρνεις για να το νανουρίσεις μια ανάσα να φεύγει και ν’ακούγεται. Πριν τέσσερα χρόνια δε θυμάμαι. Πριν τρία χρόνια δε θυμάμαι.  Μήπως εσύ ;

Διάβαζα την ανάρτηση στο facebook. To post-love λεγόταν αρχικά »στη μέση του δρόμου » και θα έμπαινε στο »Δι’ευχών» της Αλεξίου. Μετά το τραγούδησε η Πρωτοψάλτη. Μετά το τραγούδησε ο Γιώργος, η Μαρία, η Νίκη, εγώ το είπα καλύτερα απ’όλους. Ίσως γιατί δεν έχω συμφιλιωθεί με το χρόνο μετά και ακόμη με τρώει μέσα μου ο χρόνος τώρα. Ή κι ο χρόνος πριν. Κάθομαι κι ακούω την Όμορφη πόλη. Ωραίο το θα γίνεις και το πριν έρθει η νύχτα.

Οι χρόνοι δεν είναι αιώνιοι. Δεν  τους λέμε και εύκολα στον πληθυντικό. Λέμε τα χρόνια, αλλά στους δίσεχτους καιρούς, στους δίσεχτους χρόνους, στους χρόνους τους παλιούς, στους χρόνους του Βενιζέλου-θεός φυλάξοι. Αλλά ο χρόνος. Ο Ένας. Ίσως γιατί άλλη γλύκα έχει ο ένας και άλλο οι πολλοί. Άλλη αίσθηση σου αφήνει το ένα σοκολατάκι που έφαγες και άλλο τα πολλά που μου ξεκλήρισες όλη την φοντανιέρα και έγινες και χάλια. Όταν έφυγε και αυτή η δεύτερη χρονιά – ποτέ χρόνος – σαν να έσταξε λίγο μωρέ ο λεκές πάνω στη μπλούζα και θα πρέπει να γλείψουμε και τα χέρια μας για να μην τελειώσει η γλύκα της απόλαυσης. Απλώς μετά έρχεται και ένας χρόνος που σου λέει ότι τα χέρια λένε πολύ περισσότερα κρατώντας άλλα παρά κλέβοντας με πονηρό βλέμμα τα σοκολατάκια από το βάζο.

Advertisements

κυριακή

Στα λόγια των ανθρώπων υπάρχει πάντα ένα αδιόρατο κενό. Πίσω από τις λέξεις. Πού τελείωσε η συζήτηση, ποιος μίλησε τελευταίος; Πού σταμάτησε αυτό που ήθελες και αυτό που δεν ήθελες να πεις; Κι έτσι περνούν οι μέρες σαν σελίδες κιτρινισμένες βαθιά κολλημένες στη ράχη ενός βιβλίου. Αυτό παίρνει χρόνο και βγαίνει και γίνεται κάποτε ζωή και απόφαση. Όταν δε βγαίνει μαζεύεις τα θραύσματα και τα αρχειοθετείς στη βιβλιοθήκη σου. Και μετά κλείνεις την προθήκη με ένα γυάλινο τζάμι για να μπορείς να βλέπεις μέσα και να καθρεφτίζεσαι στις απώλειές σου. Πάντοτε ήθελα να σε ρωτήσω : – εσένα ποια μέρα τελείωσε η ζωή σου;

Tα μάτια της κινούνταν κουρασμένα. Είχε δυο μέρες να ξαλαφρώσει το σώμα της από τις σκέψεις. Τα μαλλιά της ήταν αφημένα κάτω χωρίς να μοιάζουν φρεσκολουσμένα, τα χείλη της σκασμένα, αλλά έλεγες και με τέτοιο κρύο μπορεί και να είναι ιδέα μου. Έρχονται συχνά στα όνειρά μου, μου είπε. Όχι τούς βλέπω, έρχονται. Πηγαίνω, καθαρίζω τον τάφο, τον πλένω με το πλαστικό ποτιστήρι, ποτίζω και τις γλάστρες, τις περισσότερες τις αντικατέστησα με λουλούδια πλαστικά, έρχονται οι γύφτοι και τις κλέβουν. Πηγαίνω σχεδόν κάθε μέρα, τα σαββατοκύριακα όχι. Εκτός αν νιώθω ότι είναι η ώρα που πρέπει. Το Μάιο είναι τρία χρόνια, ή  θα πρέπει να βάλουμε τα κόκαλά της στο οστεοφυλάκιο ή να τα ρίξουμε στο χωνευτήρι. Μού φαίνεται ότι θα ένιωθα καλύτερα αν τα ρίχναμε στο χωνευτήρι, νομίζω ότι έτσι θα έφευγε πιο εύκολα. Όχι θα την ξεθάψουμε, θα έφευγε. Δεν απόδιωχνα ποτέ τις πεισιθανάτιες σκέψεις μου. Πολλές φορές ήταν και μέρος της ζωής μου. Αλλά, να! έτσι εκεί την ώρα που μιλούσαμε και κοιτούσα τα ιστιοπλοϊκά να μοιάζουν με άσπρες κουκκίδες μου άρεσε η ιδέα ότι κάποιος δεν πέθανε, δεν τελείωσε, αλλά ότι έρχεται και φεύγει. Και έτσι την κοίταξα πιο δυνατός.

Κάθεται στην καρέκλα και κοιτάζει. Από μέσα ακούγεται ο ήχος της τηλεόρασης, δε διακρίνει λόγια μόνο το βόμβο της. Προσπαθεί να χωρέσει μέσα στα μάτια του όλη τη ζωή που υπάρχει γύρω του, ρουφάει τα ντοσιέ, τις ζωγραφιές του Μιρό σε ένα χαρτονένιο κουτί Α4, τα ηχεία, τους μαρκαδόρους, το χάρτη του μετρό της Αττικής, με τι θα μοιάζουν αυτοί που δε θα τους δούμε να έρχονται; Θα μου άρεσε η ιδέα μιας θύμησης και μιας ζωής που δε σταματάει μέχρι εκεί. Θα μου άρεσε αυτή η γωνιά που δε σημαίνει τίποτα για κάποιον τουλάχιστον να γίνει η αφορμή για να νιώσει ότι δε ζούμε μόνο για να αφήσουμε αλλά και για να μας νιώσουν μέσα από αυτά που αφήσαμε.

Τον τάφο του δεν τον έχω βρεί ακόμη, συνέχιζε. Δεν έχω ρωτήσει, τις προάλλες συνάντησα τον αδερφό του στο νεκροταφείο και έκανα πως δεν ήξερα, δε ρώτησα και έφυγα. Μετά ήρθε στον ύπνο μου. Μού έκανε ερωτική εξομολόγηση. Στον ονειροκρίτη είδα ότι το όνειρο σημαίνει πως για να φύγει η ψυχή του πρέπει μέσα μου να τόν συγχωρήσω, δεν το έχω κάνει μέχρι στιγμής. Θα μπορούσα να ρωτήσω και τον παπά στο νεκροταφείο, υπάρχει η λίστα με τα ονόματα, πηγαίνεις, ρωτάς και βρίσκεις. Ίσως κάποια Κυριακή άδεια. Εκεί που κάθομαι το πρωί στη δουλειά και περιμένω να περάσει η ώρα. Να τόν σκεφτώ και να νιώσω την ανάγκη να πάω. Δεν είχαν σταματήσει να φαίνονται στον ορίζοντα τα ιστιοπλοϊκά. Άραγε, σκέφτηκα, αν έχουμε να λύσουμε τόσα με αυτούς που έρχονται και φεύγουν, πόσα έχουμε να λύσουμε με αυτούς που στέκονται δίπλα μας;

Δεν ξεχνώ. Όταν συναντώ κάποιον που τον αγαπώ. Να τού κάνω την  ερώτηση : »πώς τα περνάς στη ζωή σου;» . Όχι από κουτσομπολιό ούτε για να ανοίξω κάποια θέμα συζήτησης, αλλά γιατί μου αρέσουν οι πορείες που συγκλίνουν και αποκλίνουν αλλά στρώθηκαν με την  ίδια άσφαλτο. Ή τουλάχιστον που μπορούν να νιώσουν το ίδιο πάτημα του οδοστρωτήρα αλλά κάτω από αυτό η άσφαλτος καυτή ακόμα να αναπνέει και το χνώτο της να βγάζει ανάσες και θαμπάδα στο γυαλί. Ίσως αυτό να φοβάμαι περισσότερο. Να ζούμε ένα κενό. Ή να μας συναντήσει κάποτε ένας άγνωστος στο δρόμο και χωρίς ίχνος ενδοιασμού να βγάλει το καπέλο του και κοιτώντας μας ψυχρά στα τρεμοπαίζοντα μας μάτια να μάς ρωτήσει : »-εσένα ποια μέρα τελείωσε η ζωή σου;».

το κούρεμα

Υπάρχει πάντα πίσω από την πόρτα ένα ποντίκι. Το έχουν βάλει για να τη στηρίζει. Ωραίο ποντίκι, άσπρο,  με μουστάκια μεγάλα. Στέκεται εκεί ακίνητο. Τού μιλάς, το σπρώχνεις με τη σκούπα, το ακουμπάς με τα κρόσσια της σφουγγαρίστρας, ζει μαζί σου, μαζί του ζεις. Κάποτε ήταν παραδίπλα ένα λιοντάρι, μια καμηλοπάρδαλη, ένας χορός από λεοπαρδάλεις, ολόκληρος ζωολογικός κήπος για να στηρίζει τις πόρτες. Πολλές φορές όλη αυτή η ζούγκλα κρατάει έξω την αγριάδα πολλές φορές η ζούγκλα μέσα είναι πιο άγρια απέξω – πού θα πας; -έτσι;

Στο κουρείο στάθηκε στην καρέκλα και κοιτούσε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Δίπλα μια γυναίκα, μια άλλη πίσω, διαγώνια και όπως έβλεπες την αντανάκλαση πολλοί άνθρωποι. Χρειαζόταν ένα κούρεμα από καιρό. Πόσο ακριβά θα το πλήρωνε το ήξερε επίσης από καιρό. Στάθηκε και κρατούσε με τα δάχτυλα του το πόδι του κάτω από τη μπέρτα του κουρέα. Σε κάθε εσωτερικό χώρο υπάρχει μια αδιόρατη ισορροπία, μια χορογραφία του τίποτα, μια μουσική των φτηνών πραγμάτων. Ένας ήχος από ψαλίδι, ο ήχος από το λουτήρα, το άνοιγμα της ταμειακής μηχανής, ο ήχος της αγωνίας στις μικρές συσπάσεις του προσώπου. Ο καθρέφτης σα μεγεθυντικός φακός όριζε την αρχή και το τέλος, τα όρια αυτής της οθόνης που σαν προβολέας φώτιζε τις κινήσεις και τα αδιόρατα νεύματα. Όλη αυτή η σύνθεση έγινε για να γίνει μια ζωή άλλη. Βλέπουμε ό,τι ίσως και εμείς.

Ανεβαίνοντας στο λεωφορείο θυμήθηκε ένα παραμύθι. Μετά άρχισε να μουρμουρίζει ένα τραγούδι. Μετά έκανε υπολογισμούς που δεν τού έβγαιναν, γιατί γίνονταν σωστά. Μετά τούς έκανε όλους λάθος και αγχώθηκε περισσότερο. Εν τω μεταξύ στο λεωφορείο είχαν ανέβει και κατέβει στις διάφορες ενδιάμεσες στάσεις ένα κορίτσι που κράταγε ένα πολύχρωμο σκύλο, πέντε καλόγριες μαυροφορεμένες που κρατούσαν το πρόσωπο τους κρυμμένο, ένα αγοράκι με μια τσάντα σχολική και ένα κουβά μπογιές για να βάψει το λεωφορείο και όλοι άνθρωποι ενίοτε ζωγραφισμένοι ενίοτε σα θέατρο σκιών μα πάντοτε σαν να λες κάτι θα έρθει.

Όταν γύρισε σπίτι, χάιδεψε στη ράχη της τη λεοπάρδαλη, χαιρέτισε το ποντίκι και το ρώτησε πώς πέρασε τη μέρα του, ξάπλωσε κάτω από τον κοκοφοίνικα του σαλονιού και με ένα ποτήρι κρασί άρχισε να σκέφτεται τη θάλασσα.

δίχτυ

Κάθε φορά θυμάμαι το αίμα που ανοίγεις δρόμο στη ζωή περπάτημα αργό στους δρόμους που σέρνονται χωρίς ευχές χωρίς νίκες μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι σε κοιτώ με κοιτάς πού νικάμε θα σκεφτείς θα πεις θα νιώσεις έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί γνωρίζω δυο δέντρα αυτού του κόσμου και μου ήταν αρκετά για να έχω ρίζες γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ και ξέρω  ποιος σκάβει και ποιος ριζώνει ακόμα και σε μαύρες πέτρες. Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς ξύνομαι από τις ψείρες και σκίζω το δέρμα μου λυσσάω με τα νύχια κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει νιώθω τα μάτια μου να καίνε το στόμα μου να καταπίνει μονάχος βρες την άκρη της κλωστής γυρνάω και μυρίζω τη βρώμα στους δρόμους βουτηγμένη πίσσα κι αν είσαι τυχερός ξεκίνα πάλι υπόσχομαι υπόσχομαι και βάφω τα μάτια μου ως μέσα στην κόρη. Αυτό το δίχτυ έχει ονόματα βαριά τους θάψανε σε έναν κοινό τάφο σαν όλο το άλλο τίποτα που είναι γραμμένα σε επτασφράγιστο κιτάπι δε μίλησε κανείς δε γέλασε κανείς έστω με το θέαμα άλλοι το λεν του κάτω κόσμου πονηριά δε φάνηκε βρέθηκε λύτρωση καμία ούτε από τον ουρανό ούτε από τα κύματα κι άλλοι το λεν της πρώτης άνοιξης αγάπη αισθάνομαι πια πιο βαριές τις αλυσίδες για όλους.

σάββατο

Σάββατο ήταν. Σίγουρα. Που κατέβηκε από τη σκάλα του αεροπλάνου και περπάτησε με τη βαλίτσα στο χέρι σταθερά στην ευθεία του διαδρόμου. Τα χέρια της ήταν ενωμένα με τη βαλίτσα, το σώμα της προέκταση της βαλίτσας της, τα μάτια της τρύπια, χοάνες, ό,τι κατάπιναν το ξερνούσαν στη γραμμή του διαδρόμου. Και μετά προχωρώντας στάθηκε και έγινε κομμάτια. Δε θυμάμαι αν φυσούσε δυνατός αέρας ή αν είχε υγρασία να στάζει το σώμα, πάντως κομμάτια της μεταφέρθηκαν μέχρι τη βιβλιοθήκη μου. Foyles. Κάπου κι εσύ εγώ.

Παζλ λες. Βρες εδώ εκεί. Κι αν χαθεί ένα κομμάτι; Ποτέ ολοκληρωμένο.

Τις τελευταίες μέρες ένιωθε ένα αντίθετο τίποτα. Από αυτό που ήταν. Έβλεπε να περνούν από τα μάτια της εικόνες και να χρυσίζει η όψη της μέρας. Στεκόταν στο δρόμο κρατώντας σακούλες σκουπιδιών που από μέσα τους βούιζαν τηλέφωνα. Τα σήκωνε και μιλούσε με όποιον. Θα μού έρθεις μαζί και όπου; Mετά κατέβαζε το ακουστικό και καθόταν με τις σακούλες δίπλα σε κάδους σκουπιδιών. Μάζευε ό,τι πετούσαν οι άλλοι και τα έραβε στο σώμα της. Έτσι μιλούσε με τον κόσμο. Κλέβοντας και παίρνοντας κομμάτια του. Και έτσι τα έκοβε στα μέτρα της. Είχε ησυχία γύρω της.

Πόσα σου λείπουν ακόμη; Πολλά; Πόσα έχασες;

Δεν είμαστε κόσμος. Σαν έρθουμε σαν φύγουμε. Τι περιμένεις; Να ενώσω τα κομμάτια. Εσύ; Nα δω από τα κομμάτια μέσα.

παρασκευή

Το ταξί σταμάτησε στην είσοδο του σπιτιού. Κατέβηκαν από μέσα οι γονείς και δύο παιδιά. Νυσταγμένα στην όψη, ίσως είχαν κοιμηθεί κατά τη διάρκεια της διαδρομής. Ήταν Παρασκευή. Έτρεξαν να ανάψουν τη σόμπα πετρελαίου και να ετοιμάσουν τα κρεβάτια και το ένα ράντζο για να πέσουν για ύπνο. Το ένα παιδί πηγαινοερχόταν κρατώντας το συνεχώς στα χέρια του.

Το κάτω διαμέρισμα επιτέλους νοικιάστηκε. Υπήρχε ενοικιαστήριο τους δύο τελευταίους μήνες. Δεν ξέρω πόσα ζήτησε ο ιδιοκτήτης και ούτε μ’αρέσει να μπερδεύομαι στις υποθέσεις των άλλων. Δε γνώρισα ακόμη τον ενοικιαστή ούτε έχω ρωτήσει καθόλου τον ιδιοκτήτη. Αχνά μόνο έχω δει τη φιγούρα του από το μπαλκόνι να μπαίνει και να βγαίνει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Λιγάκι κοντός, αλλά και τι έγινε;

Ετοιμάστηκαν για ύπνο. Φόρεσαν πυτζάμες και δεν έβγαλαν τις κάλτσες για να μείνουν ζεστά τα πόδια. Το παιδί άνοιξε το συρτάρι του γραφείου και το έβαλε μέσα. Αύριο θα του αφαιρούσε το εξώφυλλο, όπως πάντα.

Με έχουν ζώσει τα φίδια. Όχι από περιέργεια, από ανθρώπινο ενδιαφέρον. Ένας όροφος πάνω κάτω και να μην μπορείς να δανειστείς μια ζάχαρη, να συζητήσεις για τα προβλήματα της πολυκατοικίας. Πιο πολύ βράδυ έρχεται. Ακούω τα βήματα του, το τρίξιμο της καρέκλας και ήχο γραφομηχανής. Πιο πολύ απ’όλα αυτό με ενθουσιάζει. Ο ήχος από τα πλήκτρα της γραφομηχανής. Ήχος σπάνιος και ακριβός. Θα μού άρεσε να ήταν ένας διάσημος συγγραφέας ή ρεπόρτερ σε εφημερίδα που από πείσμα επιμένει στη χρήση της και όχι στα άψυχα κομπιούτερ. Δεν μπόρεσα όμως να μάθω. Πάντως έχει φιλενάδα και μάλιστα ομορφούλα και έναν φίλο ψηλό που έρχεται συχνά. Η εικόνα τους μαζί είναι για τίτλο ταινίας. Ο ψηλός και ο κοντός. Ή για τίτλο συμμορίας που δίνουν οι δημοσιογράφοι σ’αυτούς που κλέβουν τράπεζες.

Ο φίλος μου ο Γιώργος ερχόταν κάθε καλοκαίρι. Τον περίμενα. Όχι μόνο για να πάμε στη θάλασσα ή να παίξουμε μπάσκετ ή να κάτσουμε επί ώρες κολλημένοι στην τηλεόραση προσπαθώντας να κάνουμε το γρηγορότερο γύρο στο Sonic, αλλά κυρίως για να ανοίξω το συρτάρι του γραφείου και να του τα δείξω και εκείνος να μου φέρει τα δικά του.

Τις τελευταίες μέρες βρέχει πολύ. Δεν έχω βγει από το σπίτι παρά μόνο για να πάω στο σουπερμάρκετ. Τόν ακούω να έρχεται και να φεύγει, η φωνή του είναι λίγο λεπτή, αλλά και άλλες φορές μού χτυπάει στ’αυτιά πιο έντονα απ’ό,τι θα ‘θελα. Μιλάει στο τηλέφωνο, γράφει, σκίζει. Ανεβοκατεβαίνει με ταχύτητα τις σκάλες, δεν παίρνει ποτέ το ασανσέρ. Τις προάλλες τον επισκέφτηκαν δυό τύποι. Ο ένας μεγαλύτερος σε ηλικία με στολή αστυνομικού, ο άλλος με πολιτικά ρούχα, με βραχνή φωνή, άξεστος μου φάνηκε και τραχύς. Κάπνιζε κι ένα πούρο που ο καπνός του ανέβαινε από το φεγγίτη και μου ερχόταν να πάω να τους χτυπήσω το κουδούνι. Μιλούσαν με ένταση, χτυπούσαν και τα χέρια στο γραφείο, έλεος, ήθελα να φωνάξω, πού σας βρήκε και σας μάζεψε ο ιδιοκτήτης. Από την άλλη βέβαια καλό είναι να έχεις και έναν αστυνομικό να μπαινοβγαίνει στην πολυκατοικία. Οι καιροί δεν είναι και εύκολοι, μέχρι τη γωνία πας και κρατάς την τσάντα σφιχτά μην περάσει κανένα μηχανάκι.

Ο Γιώργος ήρθε. Τα βάλαμε όλα στη σειρά και τα δείχναμε ο ένας στον άλλον. Μίκυ Μάους, Μεγάλο Μίκυ, Κόμιξ, Αλμανάκο, Κλασικά, μέχρι και τις Χαρούμενες Ιστορίες που ήταν για μικρά παιδάκια αγοράζαμε από τη μανία μας. Είχαμε υπολογίσει πότε θα κυκλοφορήσει το 100ό τεύχος του Κόμιξ και πότε το 1500ό του Μίκυ Μάους. Με το Γιώργο δεθήκαμε πολύ, έχουν περάσει χρόνια που έχουμε χαθεί, αλλάξαμε ζωές. Ή μάλλον οι κατοπινές μας ζωές δε συναντήθηκαν πουθενά. Αλλά είναι πάντα ο φίλος που θα έχω να του μιλάω για αυτή μας την τρέλα. Δεν ξέρω πια πού βρίσκεται η συλλογή του, δεν ξέρω αν την έχει πια. Η δική μου πάντως κατά ένα ακριβό της μέρος βρίσκεται πια στο σαλόνι του σπιτιού και νομίζω ότι της αξίζει.

Έφυγε, μου λέει ο ιδιοκτήτης χτες το βράδυ. Το νοίκιασε μόνο για δύο μήνες, έκανε τη δουλειά του και έφυγε. Μα καλά υπάρχουν και τέτοιοι άνθρωποι; , τόν ρώτησα. Γιατί σε δέσμευσε μόνο για δύο μήνες; Συνεργαζόταν με την αστυνομία μου είπε, το διαμέρισμα χρειαζόταν για την παρακολούθηση ενός υπόπτου. Μού ζήτησε συγγνώμη που από την αρχή δεν μπόρεσε να αποκαλύψει το λόγο της ενοικίασης και το χρονικό διάστημα της παραμονής. Σου πλήρωσε τα νοίκια τουλάχιστον; Δεν έχω παράπονο. Και με το παραπάνω. Κύριος ο Μίκυ Μάους. Ανέβηκα με τα πόδια στο διαμέρισμά μου στο δεύτερο όροφο. Φτάνοντας στο πλατύσκαλο του πρώτου ορόφου στάθηκα και κοίταξα την κλειστή πόρτα του διαμερίσματος. Μίκυ Μάους. Τι σαχλό όνομα!, σκέφτηκα. Ο Μίκυ Μάους ήρθε για λίγο στο σπίτι μου και έφυγε.

πέμπτη

Ένα ζευγάρι παπούτσια. Βαφτιστικά. Τα βρήκε ψάχνοντας τα στοιβαγμένα πράγματα στο δίπλα σπίτι. Είναι μικρά, αλλά είναι δείγμα ότι είμαστε μωρά με πρόσωπα που κλαίνε και ανάγκη για προσοχή. Ένα ζευγάρι παπούτσια αθλητικά. Αφόρετα. Τα βρήκε ψάχνοντας τα στοιβαγμένα πράγματα στο δίπλα σπίτι. Είναι λίγο πιο μικρά από το νούμερό του. Δεν ήταν άλλωστε γι’αυτόν. Είναι όμως δείγμα ότι δεν υπάρχει αυτός που έπρεπε να τα φορέσει. Κι έτσι στο σπίτι περπατούν παπούτσια, ασημικά, φωτιστικά, πράγματα. Άλλα που είναι το τώρα, άλλα που είναι το μετά από το τώρα, άλλα που δεν έχουν τώρα ποτέ. Είναι ωραίο το χορευτικό τους. Σαν να τους προσκάλεσε όλους.

Έκλεισα σιγά την πόρτα και μπήκα στο δίπλα σπίτι. Το αγάπησα πολύ το σπίτι εκείνο, δεν είναι αυτό που τώρα βλέπω, κάποιος το έχει μασκαρέψει με μπογιές. Ασυναίσθητα θες να κάνεις την κίνηση που έκανες όταν έμπαινες μέσα και τώρα ψάχνεις να γνωρίσεις ένα ξένο σώμα. Ακρωτηριάζονται τα σπίτια όταν φεύγεις από αυτά. Παλεύεις να νικήσει η πρότερη αίσθηση του χώρου την τωρινή αίσθηση του κενού. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα αντιμετώπιζα ένα σπίτι σαν έναν άνθρωπο. Θα ήθελα να έκλεινα πίσω μου την πόρτα και να του μιλούσα για δυο λεπτά. Νομίζω ότι του αξίζει να έχει για λίγο το χρόνο μου. Το γνώρισα μεσήλικα, όδευε προς τη δύση κι εγώ μπουσουλώντας στον έρωτα το είχα για ασφάλεια. Όπως ο πιτσιρίκος που πάει στον παππού και τον πιάνει από το χέρι ή του λέει να του διαβάσει παραμύθι, έτσι κι εγώ στο σπίτι αυτό θα ήθελα να το πιάσω από το χέρι και να μου διαβάσει παραμύθι.

Είμαστε μωρά. Παίζουμε ακόμα και ψάχνουμε. Ανοίγουμε τις πόρτες, κάνουμε τζιζ όταν ακουμπάμε το μάτι της αναμμένης κουζίνας, συλλέγουμε ως κόρη οφθαλμού τα τεύχη του κόμιξ και του μίκυ μάους, μαθαίνουμε σιγά σιγά να αρθρώνουμε τα σύμφωνα – το ρ και το λ λίγο μας δυσκολεύουν – πο_ύ ω_αίο, γώγο. Ακόμη στη ζωή χαιρόμαστε με αυτά που μας κάνουν να γελάμε, να ντρεπόμαστε, να νιώθουμε ότι έπιασε η σκανδαλιά. Και γι’αυτό θέλουμε να ξέρουμε πού είναι το σπίτι μας και ποια είναι τα παιχνίδια γύρω μας. Άλλα σε κουτιά άλλα χωρίς. Δεν έχει σημασία. Φορώντας ιριδίζοντα ζευγάρια μάτια ανιχνεύουμε το χώρο. Γι’αυτό δεν είμαστε έτοιμοι να χάσουμε τίποτα δικό μας. Μόνο τότε αφήνουμε το παιχνίδι να πέσει από τα χέρια μας, μόλις μας δώσουν κάτι πιο μεγάλο, πιο χρωματιστό και πιο εντυπωσιακό. Τώρα αυτό σκεφτόμουν. Και ήθελα να είμαστε μαζί.

τετάρτη

Είχε ησυχία. Ίσως και κάπου κάπου πολλές φωνές μαζί, αλλά γενικά ησυχία. Καθισμένος στη λευκή πλαστική καρέκλα της βεράντας κοίταζε χωρίς να εστιάζει. Στην κάτω πλευρά της βεράντας ψήνονταν τα κρέατα κι ο καπνός ανέβαινε σιγά προς τα πάνω. Παρατημένα παιχνίδια σε διάφορα μέρη της αυλής, άλλα στο χώμα άλλα πάνω στο γρασίδι, το ελικόπτερο που πετούσε με το πάτημα ενός χειριστηρίου, μια μπάλα ξεφούσκωτη, αυτοκινητάκια με σπασμένες ρόδες. Εικόνες ευτυχίας ήσυχης. Χωρίς πολλές εξάρσεις ούτε με πολλές τυμπανοκρουσίες. Είχε έρθει καλεσμένος. Κάποτε αυτό το σπίτι ήταν το σπίτι του, τώρα ένιωθε καλεσμένος. Κοιτούσε άλλους να ψήνουν άλλους να στρώνουν το τραπέζι και δε σηκώθηκε ούτε να πάει μια καρέκλα πιο πέρα. Αναισθησία θα το έλεγες κοιτώντας όλη τη σκηνή από μακριά. Μπορεί και να μην έχεις άδικο. Αλλά αυτό ήταν εκείνη τη στιγμή και γενικά είχε ησυχία. Έτριβε το τσιγάρο στα χέρια του και κοιτούσε τον αφημένο στο τραπέζι αναπτήρα. Δεν είχε καταφέρει να τους συγχωρήσει. Κυρίως γιατί τον έκαναν να νιώθει ξένος.

Ένα τίποτα, μια λέξη, ένας ήχος

Το τραπέζι ήταν έτοιμο. Άρχισαν να τρώνε και μιλούσαν. Δεν του άρεσε να φαίνεται επιθετικός γι’αυτό και δε μιλούσε πολύ. Μονολεκτικές απαντήσεις και γενικές αόριστες αποκρίσεις. Υπάρχει μια ζωή που άλλοι την αντέχουν και άλλοι που δεν την αντέχουν. Είχε την αίσθηση ότι δε θα άντεχαν τη ζωή του. Αστείο, σκέφτηκε, έχω ανεχτεί τις δικές τους ζωές και οι ίδιοι δεν μπορούν να ανεχτούν τη δική μου. Προσέχω να μην τους βάλω στη ζωή μου. Μετά να μην πεις, να μην δείξεις, να μην αφήσεις να είναι όλα όπως είναι. Κι έτσι συζητάς για τις μειώσεις των μισθών, τη φορολογική δήλωση που έκανες και πόσο ήρθε, τον καιρό που φέτος τέτοιο καλοκαίρι με αέρα δεν έχουμε ξαναζήσει και ποτέ για το τι ανατριχιάζει το δέρμα σου, πότε έκλαψες για τελευταία φορά, τι είναι αυτό το σημάδι στο λαιμό και ποιος στο έκανε, γιατί εδώ δίπλα μας μοιάζεις με φυτό εσωτερικού χώρου. Κι από την άλλη ούτε εσύ ξέρεις να μιλήσεις και να πεις. Άσε που και μια φίλη συνηθίζει να λέει πως η ζωή δε λέγεται και όλο αυτό σου τριβελίζει το μυαλό. Άνοιξε μια κόκα κόλα και άρχισε να κοιτάει αν χτύπησε ο ήχος του μηνύματος στο κινητό.

Αυτή η πρώτη σου ζωή μ’έχει νικήσει

Κάθισε στην κούνια της αυλής που την έχουν από τότε που ήταν παιδί. Για άλλους είναι πια χαζό. Και για εκείνον χαζό πια. Μιλούσε μόνος του. Υπάρχουν σχέσεις που αποκαθίστανται και σχέσεις που είναι έτσι όπως είναι. Αλλαζονικό να θες να τρέχουν όλα στη ζωή μέσα από τα δικά σου μάτια. Για άλλους η στοργή κρύβεται σε πιο βαθιά πράγματα και για άλλους η στοργή είναι ένα τάπερ με μακαρόνια. Αν μπορείς αυτό να το βυθίσεις μέσα σου και να το κάνεις δικό σου μπορείς να κερδίσεις τη χαρά του να κάθεσαι σε μια κούνια και να κοιτάς τα πόδια σου να αγγίζουν το χώμα. Αλλιώς στέκεσαι και πατάς το χώμα σαν να ζητάς να το εκδικηθείς. Το πατούσε και το ένιωθε γερή αντίσταση στα πόδια του. Του έφερε καφέ. Πάντα στα μάτια της διέκρινε το φόβο ότι κάτι μπορεί να μην κάνει σωστά. Ήθελε από τη μια να της πει πως είναι έτσι και από την άλλη να μην την κάνει να το αισθανθεί ποτέ. Και έτσι την έβαλε να κάτσει δίπλα του και της έδειξε το λάκκο από το γιασεμί, εκεί που κάποτε ξάπλωνε ο Ντόγκι για να δροσιστεί, τι έξυπνο σκυλί!, σου έδινε και το χέρι του. Κι έτσι καθισμένοι στην κούνια στάθηκαν να κοιτούν γύρω την αυλή και το δρόμο, τα πεύκα δεν είχαν αρρωστήσει από τις κάμπιες φέτος και η εγγονή της γειτόνισσας κατέβαινε από τη μηχανή του φίλου της.

τρίτη

Ανέβαινε με σταθερό βήμα τη σκάλα. Κουρασμένο. Στο πλατύσκαλο του πρώτου ορόφου στάθηκε και κοίταξε το όνομα στο κουδούνι. Τόσο οικείο και τόσο ξένο. Πριν από τέσσερα χρόνια μετακόμισαν εδώ και μόνο μες απ’τα δόντια ανταλλάζουμε μια καλημέρα. Απαθείς στα συναισθήματα των άλλων. Είναι μέρες που ανοίγεις την  πόρτα της εξόδου και πέφτεις τυχαία πάνω τους, θες να τους μιλήσεις, να φωνάξεις, να τους αντιμετωπίσεις σαν παρουσίες, άλλες μέρες που πέφτεις πάνω τους και ορκίζεσαι ότι τα μούτρα τους θα τα ήθελες χωμένα  δέκα μέτρα κάτω από τη γη, είναι μέρες που όλα αυτά δεν μπορούν να είναι σκέψεις σου και σώμα σου. Στάθηκε και χτύπησε με ένταση το κουδούνι. Μέσα στο σπίτι ακούστηκε δυνατός ήχος. Κανείς. Ήξερε. Πριν τρεις μέρες είχαν φύγει διακοπές, τους είδε να κρατάνε μια βαλίτσα κι εκείνη με καπέλο και βαμμένα νύχια, έφευγαν. Βάδισε προς τα μπρος, έβγαλε τα παπούτσια της και ακούμπησε το κεφάλι της στη σκάλα. Προσπάθησε να ισιώσει το σώμα και έβγαλε ένα τσιγάρο από την τσάντα. Άρχισε να καπνίζει.

Χωρίσαμε ένα δειλινό με δάκρυα στα μάτια

Ήταν τρεις. Ή τρεις και τέταρτο; Μπορεί να μην έχει σημασία. Πάντως ήταν μέρα μεσημέρι. Είχαν μόλις χωρίσει. Δεν είχε λέξεις. Μίλαγε μίλαγε μέσα της και στο στόμα δεν είχε λέξη. Πάντα τής άρεσαν οι δραματικοί χωρισμοί, εκεί στο χωλ ή στο σαλόνι, να αρπάζεις τη βαλίτσα σου με ό,τι πρόχειρο υπάρχει, να ξεχνάς ότι ήθελες να τα μαζέψεις όλα, να φεύγεις και να πατάς με μανία το κουμπί του ασανσέρ σαν να τρυπάς με αυτό τον τοίχο, να είναι δύσκολο. Ενώ εκείνοι; Χωρίσανε στη μέση του δρόμου, χωρίς να βρίσει κανείς, χωρίς ένταση στα μάτια, στις κινήσεις, χωρίς να είναι δύσκολο. Δεν την πείραξε που ήταν μεσημέρι. Ούτε που τα χρόνια λένε πως φεύγουν, σιγά τ’αβγά, μόνο άνθρωποι που ελπίζουν στο παρελθόν για να ζήσουν τα λένε αυτά. Το μόνο που την πείραξε είναι ότι βρίσκονταν στην άκρη του δρόμου και περνούσαν με ταχύτητα τα αυτοκίνητα. Αυτό τής φάνηκε τόσο ψυχρό εκείνη την ώρα. Ένας οδηγός που τρέχει μες στην ασφάλεια του αυτοκινήτου και δεν σκέφτεται ότι περνάει ξυστά από έναν πεζό που έχει ανάγκη, έστω και για λίγο, να σταματήσει  η κίνηση, να μην υπάρχουν θόρυβοι. Έναν πεζό που έχει ανάγκη να αγγίξει για λίγο το μάγουλό του και να νιώσει το δέρμα του. Και γι’αυτό μέσα της πληγώθηκε. Γιατί κι εκείνη οδηγώντας όποτε έβλεπε έναν πεζό αφηρημένο να διασχίζει το δρόμο, τον σκυλοέβριζε και συχνά σκεφτόταν πόσο μαλάκας μπορεί να είναι. Και τώρα; Τώρα, αποφάσισε να είναι πιο ευαίσθητη και δεκτική στα συναισθήματα αυτών που περπατούν στο δρόμο.

Η αγάπη μας ήταν γραφτό να γίνει δυο κομμάτια

Μετά το τρίτο αποφάσισε να σηκωθεί. Είχε ωραία δροσιά από το παράθυρο. Η πολυκατοικία έφεγγε. Ο διάδρομος προς το διαμέρισμά της ήταν ωραίος και ωχρός. Πάτησε το κουμπί του ασανσέρ και ανέβηκε στον πέμπτο όροφο. Ξεκλείδωσε την κλειδαριά και βγήκε στην ταράτσα. Ψηλά. Γύρω της κεραίες και ρούχα απλωμένα στα σκοινιά. Ωραίο τοπίο. Μοιάζουν τα ρούχα ακόμη βρεγμένα και τα σκοινιά σαν σύρματα. Οι φωνές ακούγονταν σαν από μακριά. Ή δεν ακούγονταν. Αν δεν έρθει κανείς στην ταράτσα μέχρι το βράδυ, θα ανεβάσω εδώ το σλίπινγκ-μπάγκ μου να κοιμηθώ. Έκανε να γυρίσει προς όλες τις πλευρές της ταράτσας. Αναρωτήθηκε πού έφυγαν όλοι. Έβγαλε από την  τσάντα της το κουτί με τα σπίρτα και άρχισε να τα ανάβει ένα-ένα. Μόλις και μετά βίας κατάφερε να καταφέρει ένα να φτάσει μέχρι το τέλος και να της κάψει το δάχτυλο. Το πέταξε κάτω απότομα και το κοίταξε με συμπάθεια. Καλό είναι να νιώθεις πως ζεις ώρες ώρες. Ίσως και αν το βλέπεις πως καίγεσαι. Η ώρα ήταν οκτώ. Ή οκτώ και τέταρτο.

δευτέρα

Ήτανε και δεν ήτανε. Η ώρα τέσσερις. Από το διάδρομο φωνή καμία και το φως του χωλ σβηστό. Καθόταν και κοίταζε έξω από το παράθυρο. Όχι επίμονα. Μια μέσα μια έξω. Κοίταζε. Είχε ακουμπήσει δειλά τα χέρια της στο σώμα της και καθισμένη έμοιαζε ήρεμη. Δεν ήθελε να γίνει τίποτα. Μια ησυχία και έτσι να μείνουμε. Ώρες που δεν γίνεται τίποτα είναι κι αυτές ευτυχισμένες, σκέφτηκε. Αρκεί να υπάρχει θέα.

Ας ερχόσουν για λίγο, μοναχά για ένα βράδυ.

Ακούμπησε το φλιτζάνι στο ξύλινο τραπέζι. Ωραίο χρώμα στο κατακάθι. Έχει ωραίο ήλιο ακόμα. Είναι ωραίο να κάθεσαι και να παρατηρείς την κίνηση του ήλιου. Μοιάζει με το μοιρογνωμόνιο που είχα στο σχολείο. Το βάζαμε στην τσάντα μαζί με το διαβήτη και κάναμε ό,τι σχέδιο κατέβαζε το μυαλό μας. Μια φορά, ήθελα να δω αν είναι κοφτερή η αιχμηρή πλευρά του διαβήτη και πιέζοντας την στο χέρι μου γδάρθηκα. Από τότε προτιμούσα το λείο και ασφαλές μοιρογνωμόνιο. Άσε που η καμπύλη αυτή μου θύμιζε καβούκι χελώνας. Δεν είναι και λίγο. Σκεφτόταν και άκουγε τη φωνή της να μιλάει. Σκεφτόταν. Είχε ησυχία πολλή. Τα βράδια φύσαγε πολύ φέτος, αλλά τα μεσημέρια ήθελες και τη βεντάλια ήθελες και το δροσερό ανεμιστήρα να σου δροσίζει τα πόδια. Τα μάτια της κοίταζαν χωρίς να εστιάζουν. Ξαφνικά, γυρνώντας το κεφάλι προς τα κάτω είδε στο πάτωμα κοντά στο ξύλινο σύνθετο να κινούνται με συγχρονισμό τα πόδια μας κατσαρίδας. Σηκώθηκε πάνω αναστατωμένη και άρπαξε στο χέρι της την παντόφλα.

Να γεμίσεις με φως το φρικτό μου σκοτάδι

Έτρεξε προς το μέρος της, αλλά δεν την πρόλαβε. Χώθηκε πίσω από τη χαραμάδα του σύνθετου. Τώρα περίμενε κι έρχομαι, της είπε. Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ντουλάπι δίπλα στο νεροχύτη και άρπαξε το εντομοκτόνο. Άρχισε να ψεκάζει το χώρο περιμένοντας ότι ζαλισμένη θα βγει. Δεν γλύτωσε καμιά σας. Ούτε θα γλυτώσει ποτέ. Δε σας θέλω και μες στο σπίτι μου. Ψέκασε λίγο ακόμη με δύναμη και περίμενε τον επισκέπτη της χαραμάδας. Δε σας φοβόμουν ποτέ, μονολόγησε. Ενώ αυτή η αδερφή μου, έβαζε τα κλάματα κάθε φορά που τις έβλεπε. Μια φορά σκότωσα μια και έτρεξα να τη φωνάξω να δει το πτώμα. Μπήκε στο σαλόνι και βλέποντας την κατσαρίδα νεκρή έμπηξε τα κλάματα. Τον ήξερες καλά το μακαρίτη;, της είπα για να την πειράξω. Άρχισαν να ξεπροβάλλουν δύο κεραίες από τη χαραμάδα του σύνθετου. Αιωνία σου η μνήμη.

Αφού πέταξε στα σκουπίδια τις χαρτοπετσέτες και διπλοκλείδωσε τη σακούλα για να αποφύγει οποιαδήποτε νεκρανάσταση, στάθηκε να ξαποστάσει στο μπράτσο της πολυθρόνας. Δεν είχε ακόμη ηρεμήσει από το πέρα δώθε, δεν είμαστε δα και κοπέλες, της είπε η Χρυσούλα στο δρόμο τις προάλλες, και δεν την πείραξε ότι δεν είναι πια κοπέλες, αλλά που η Χρυσούλα την πέρναγε και δώδεκα χρόνια, αλλά να πεις σε άλλες εποχές δώδεκα χρόνια έχουν σημασία, μετά τα εβδομήντα, σταφίδα και η μια, σταφίδα κι η άλλη. Όπως σηκώθηκε από το μπράτσο για να πάει να καθίσει στην πολυθρόνα, αισθάνθηκε ότι είδε στον τοίχο μια μαύρη σκιά που είχε το περίγραμμα κατσαρίδας. Ε,όχι πάλι, φώναξε. Βλέποντας όμως καθαρά, είδε ότι δεν υπάρχει τίποτα. Σαν αυτές τις σκιές στους τοίχους που έρχονται και σβήνουν. Τώρα μου μπήκε στο μυαλό και δε μου φεύγει με τίποτα. Και πράγματι η ίδια σκιά και την ώρα που μπήκε στην κουζίνα και την ώρα που μπήκε στο μπάνιο. Μια κατσαρίδα να περπατάει στον τοίχο. Και μετά η σκιά της να εξαφανίζεται. Σαν να μην ήτανε εκεί.

Και στα δυό σου τα χέρια να με σφίξεις ζεστά

Μετακίνησε λίγο το πλυντήριο προς τα δεξιά μπας και χώθηκε από κάτω. Τίποτα. Ήταν ιδέα μου. Κοίταξε σκύβοντας αργά κάτω από το τραπέζι της κουζίνας. Τίποτα. Ήταν η ιδέα μου. Αφού ο διαχειριστής έκανε απολύμανση τον Ιούνιο, δέκα ευρώ πλήρωσα επιπλέον για να έρθουν και μες στο σπίτι να μου κάνουν και στα μπαλκόνια ψέκασμα. Πήγε ξανά στην κουζίνα. Ξανακοίταξε το χωλ, έριξε και μια κλεφτή ματιά στην κρεβατοκάμαρα, καλά εδώ μέσα δε θα έμπαινε , έχω και την πόρτα κλειστή. Από τη μπαλκονόπορτα θα ήρθε. Και γύρισε στο σαλόνι. Δεν ευχαριστήθηκα και τον καφέ μου με όλα αυτά. Από τη μύτη μου βγήκε. Η κουρτίνα δε σάλευε. Φύσα βρε λίγο, τι σου ζητάμε.

Όταν σηκώθηκε είχε αρχίσει πια να σουρουπώνει. Στην ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας η νεαρή κι ο νεαρός είχαν λύσει τα σκυλιά τους και τα είχαν αφήσει να τρέχουν. Δεν είναι και πολύ όμορφα, ειδικά αυτό το μαύρο. Το καφέ τουλάχιστον χοροπηδάει και είναι χαρούμενο. Τις προάλλες που το κατέβασαν στο διαμέρισμα τους είχε βγει στο μπαλκόνι τραβώντας με το κεφάλι του την άσπρη κουρτίνα. Τον έβλεπα από απέναντι. Ένα φάντασμα με μούρη σκύλου. Πόσο γέλασα. Γι’ αυτό τον συμπάθησα περισσότερο από το μαύρο. Αυτός ο σκύλος με έκανε να γελάσω.

Ας ερχόσουν για λίγο/ κι ας χανόσουν μετά

Δεν έχει ώρα που έκανε τον τελευταίο έλεγχο, μήπως κανένας απρόσκλητος επισκέπτης επανεμφανιζόταν από καμία χαραμάδα. Ας ελέγξω μια ακόμα, μη μου έρθει στον ύπνο μου καμία ή μην ξυπνήσω και τη δω σε κανένα τοίχο, θεός φυλάξοι, δεν είμαστε και σε ηλικία για εκπλήξεις. Άναψε ξανά τα φώτα της κουζίνας, μετά του χωλ, πήγε στο σαλόνι, στο μπάνιο, στην κρεβατοκάμαρα. Άνθρακες ο θησαυρός. Έχω που έχω την έγνοια της, τουλάχιστον ας μπει κι ας μην τη δω μπροστά μου. Από το δρόμο ακούγονταν αυτοκίνητα να περνούν. Ένιωσε για λίγο να ιδρώνει. Κουράστηκα σήμερα. Πολλή ζωή για μια μέρα. Πήγα κι ήρθα τόσες φορές. Δεν είναι και μεγάλη απόσταση να γυρίσεις το σπίτι, αλλά για κάνε το κάθε λίγο και λιγάκι. Τουλάχιστον, να κοιμηθώ και να μην πετάγομαι. Κι άμα δω και καμιά σκιά, δε θα σηκωθώ. Ήτανε και δεν ήτανε, θα πω.