Συμμορία ιδεών. Με τις κεραίες τεντωμένες. Συνάντηση σε αποθήκη υγρή και σκοτεινή. Πώς μπήκατε μέσα; Τον πέτυχα στο δρόμο. Τον χτύπησα στα μούτρα και τον έκανα να με ακολουθήσει. Με κυνήγησε με λαχανιασμένη ανάσα και με μάτια που έσταζαν θυμό. Με πρόλαβε στην είσοδο. Κυλιστήκαμε στο πάτωμα με γροθιές και αφού τον ακινητοποίησα τον έφερα εδώ. Και τώρα; Τώρα είπα να τον μεγαλώσω με λοβοτομές και λέξεις καινούριες. Τον προτιμώ χωρίς έρεισμα. Μόνο έτσι αλλάζει η σελίδα.

Πού τον βρήκες; Ανοιχτά τα χέρια σαν να φτυαρίζουν το χιόνι. Ξεραμένα δέντρα, γυμνά, πεσμένο δάσος στο έδαφος. Ξαπλωμένος με το κεφάλι ακουμπισμένο στο έδαφος μοιάζει σαν να κοιτάζει την άκρη του χιονιού. Προσπαθεί να τής μιλήσει. Να τής πει. Δεν ακούγεται ήχος. Ήταν νεκρός; Όχι. Μόνο από τη μύτη του έρεε ένα ποταμάκι αίμα. Δεν βρήκα το σφυγμό του. Δεν ήξερα και πού είναι. Μόλις που αναπνέει ή μήπως;

Aνακοίνωση 1η: Όχι στις άλλες ιδέες. Έχουμε δικές μας.

Χτυπούν τα πλήκτρα της γραφομηχανής. Δημοσιεύονται λέξεις, σκέψεις, θαυμαστικά, ερωτηματικά, μεγάλα μαύρα γράμματα. Το πρωί ο κύριος με το φρεσκοσιδερωμένο σακάκι πηγαίνει. Το πρωί ο φοιτητής με τα ακουστικά στ’άυτιά και τις ανακατωμένες σελίδες πηγαίνει. Το πρωί ο κύριος με το κουρασμένο πρόσωπο πηγαίνει. Όλοι γυρίζουν. Τραβούν την καρέκλα από το τραπέζι και κάθονται. Βάζουν το πιάτο και δίπλα μαχαίρι και πιρούνι. Αρχίζουν να κόβουν την εφημερίδα και να καταπίνουν κομμάτια χαρτί. Αμάσητα. Τρώνε, δαγκώνουν πιο έντονα, εκείνη η γωνία από το χαρτί δεν καταπίνεται με τίποτα, θέλει όμως σπρώξιμο και πίεση, καταπίνουν και στέκονται με βλέμμα απλανές στο ταβάνι. Ό,τι χωνεύτηκε, χωνεύτηκε. Ό,τι περιττό, θα καταλήξει με τα χαρτιά της τουαλέτας στον κάδο των αχρήστων. Ενδιάμεσα όλα θα έχουν γίνει ένα με τη σάρκα μας.

Ανακοίνωση 2η: Όχι μόνο δικά μας. Και των άλλων σαν δικά μας.

Πότε θα τον πάς στον αρχηγό; Όταν θα είναι άλλος. Ποιος έχει δει τον αρχηγό; Mόνο όσοι. Έχει ακόμη θυμό; Δεν σταμάτησε και ποτέ. Ώρες ώρες τον φοβάμαι κι εγώ. Είναι έτοιμος να σε κοιτάξει και με ένα βλέμμα να στα σβήσει όλα. Από πότε έγινε αρχηγός; Τόν ψηφίσαμε; Έγινε, λένε κάποιοι, νοθεία στις εκλογές. Ήταν να μην πάρει ψήφο, αλλά τελικά φταίει και το εκλογικό σύστημα. Κρίμα που δεν το είχα παίξει στο Στοίχημα. Έδινε τρομερή απόδοση. Εγώ θα τον γνωρίσω; Εσύ δεν είσαι άλλος.

Ανακοίνωση 3η: Όσοι μ’αγαπούν, θα πάρουν το τρένο.

Με λένε Α. Γεννήθηκα στο Μ. Μένω στον Π. Έχω μνήμες. Θυμάμαι πολύ καθαρά ένα χέρι να μου χαϊδεύει το κεφάλι. Ήταν ζεστά και αισθανόμουν ασφάλεια. ‘Εχω μνήμες. Ήταν μεσημέρι και στεκόμουν στο δρόμο. Κοίταζα πίσω και μπρος και δεν υπήρχε κανείς. Ήταν ζεστά και ένιωθα μόνος. Έχω μνήμες. Ήταν κάποτε και ζωγράφιζα σε έναν τοίχο. Kαι μετά ζωγράφισα από πάνω. Και μετά ζωγράφισα από πάνω. Και μετά ζωγράφισα από πάνω. Μετά δε θυμόμουν ποιο ήταν το αρχικό μου σχέδιο. Και μετά μού ήταν όλα δικά μου και όλα ξένα. Λιποθύμησε. Πόσο εύκολο είναι να τον συνεφέρουμε; Ρίξτου λίγο νερό στο πρόσωπο. Πόσο εύκολο είναι να γίνει άλλος; Πολύ εύκολο. Δεν έμαθε ούτε τον εαυτό του.

Ανακοίνωση 4η: Kανείς να μην ξαναμιλήσει στα μεγάφωνα. Μόνο η φωνή μου.

Οι συμμορίες πρέπει να μην γνωρίζονται μεταξύ τους. Οφείλουν όμως να τηρούν στο έπακρο τους όρκους εχεμύθειας. Μια συμμορία ιδεών; Πρώτα απ΄όλα. Εκεί είναι απαραίτητο να φοβάσαι ποιοι είναι οι άλλοι που έχεις μαζί σου. Εκτός αν είσαι ο αρχηγός τους. Τότε μπορείς να δεις πιο καθαρά. Και να γυρίσεις τη σελίδα. Αλλιώς, μπάτσοι και χαφιέδες κυκλοφορούν ανάμεσα μας. Έχουν μούρες σαν τις δικές μας, χέρια σαν τα δικά μας, μόνο που δεν σκέφτονται σαν εμάς, σκέφτονται πριν από εμάς.

Ανακοίνωση 5η: O αρχηγός είναι έτοιμος.

Προχώρα στο διάδρομο. Έτσι που είναι αναίσθητος, μου βαραίνει τα χέρια. Δυσκολεύομαι να τον μεταφέρω. Τού έριξα νερό, τίποτα. Τού έκανα μαλάξεις στην καρδιά, τίποτα. Μου πέρασε από το μυαλό να του χώσω δύο μπάτσες, τίποτα δεν έκανα. Τού έβρισα τη μάνα, όλο του το σόι, είπα ότι θα τού πηδήξω τη γκόμενα τίποτα. Σε φώναξα να τον πάμε. Άμα καθυστερήσουμε κι άλλο, θα μας σπάσει στο ξύλο. Δεν τον μπορώ ώρες ώρες τόσο απόλυτος. Θα τον δεις κι εσύ και θα καταλάβεις. Τόσες μέρες περίμενα να δω τον αρχηγό. Μη νομίζεις ότι μερικές φορές δεν τον έχεις δει και μέσα σου. Δίπλα του νιώθω σπάνια οργή. Και κάποιες στιγμές μια ζεστασιά σαν να χαϊδεύω ζεστό χώμα στη γλάστρα. Συνέρχεται; Μπα. Βρε μήπως;

Aπλώστε τόν στο πάτωμα. Τι κάθεστε; Αφήστε τον να ανασάνει. Είμαι ο. Με ξέρετε πια, αλλά πουθένα δε λέτε. Απόψε τον πιάσατε; Όχι; Σαν να τον ξέρω. Είμαστε παιδιά σε μια όχθη. Εκείνος έπιανε ψάρια με το καλάμι, εγώ πρόσεχα το καλάμι του. Δε με άφηνε κι εμένα να χαρώ. Είχα πεισμώσει. Πήγα και στάθηκα σε ένα δέντρο και έβαλα τα κλάματα. Μέσα σε ένα μεσημέρι ένιωσα πιο γεμάτος. Μετά χαθήκαμε. Στο ίδιο σχολείο, ίδια τάξη, αλλά ποτέ μαζί. Εγώ στη γαλαρία, εκείνος στη μέση του πούλμαν. Εγώ στο πρώτο θρανίο, εκείνος στο τελευταίο. Εγώ στην παρέλαση, εκείνος να μού πετάει στραγάλια. Και ήξερα παρ΄όλα αυτά ότι είμαστε ένα. Απλώς εγώ είχα περιθώριο να ξανάρθω, γιατί δεν είχα νικήσει. Μερικές φορές κάποιες ιδέες σπρώχνονται στην πίσω θέση του βαγονιού, στην άκρη-άκρη στον τοίχο, στο πίσω θρανίο, στον πάτο του τενεκέ, αλλά ξαναέρχονται γιατί δεν έχουν νικήσει. Κι όποιος αντέχει, πολεμά μ’αυτά που έχει. Ξυπνήστε τόν και μην του ξαναδώσετε ζωή.

Επιβλητικός που ήταν ο αρχηγός! Παράστημα ψηλό, φοβόμουν και λίγο να τον αντικρύσω στα μάτια. Έτσι τον περίμενα. Ή και κάπως έτσι. Μ’ αυτόν εδώ τι θα κάνουμε; Ό,τι μας είπε. Να τον ξεφορτωθούμε από πάνω μας. Κλείσε σιγά σιγά την πόρτα και να φύγουμε. Άσε με ακόμα μια φορά να τον δω τον αρχηγό μας. Πρόσεχε μη σε πάρει χαμπάρι. Από τη χαραμάδα κοίτα. Τι κάνει; Kάθεται σκεπτικός στο γραφείο του. Ανοίγει το μαύρο σημειωματάριο. Διαβάζει κάτι ξανά. Ίσως και πάλι. Και μετά αλλάζει σελίδα.

Advertisements