-Πού είναι;

-Ποιος;

-H φωνή μου.

-Ακούω κάτι. Απο ‘κει.

-Πού;Προς τα πού;

-Απο΄κει. Πήγαινε πιο κοντά.

-Πού είναι; Βόηθα.

-Εκεί. Κοντά. Όταν σου λέω πορτοκάλι κοντά, όταν λεμόνι ξεμακραίνεις.

-Πού; Να πάω;

-Ξεκίνα. Προχώρα. Δεν την ακούς;

-Oύτε που φτάνει ψίθυρος. Περπατώ σωστά;

-Προχώρα. Βάδιζε.

-Πού; Πού είναι;

-Άμα μιλάς, δεν ακούς.

-Μα είναι η φωνή μου.

-Βρες την. Θέλει ψάξιμο. ‘Αλλους τους ματώσαν οι δικές τους οι φωνές.

-Εδώ;

-Λεμόνι.

-Εδώ;

-Ούτε. Ξεμακραίνεις.

-Μα πού;

-Βοήθησε με να σε βοηθήσω.

Βάζω τα χέρια μου μπροστά. Ακουμπώ με τα δάχτυλα. Ψάυω τις επιφάνειες, τα υλικά, τις γωνίες. Δεν υπάρχει.

-Υπάρχει. Αλλά δεν είσαι και κοντά.

-Πώς θα γίνει; Πώς θα με βοηθήσεις;

-Mπορώ να σε μάθω να τη φτιάχνεις, αν δεν την βρίσκεις.

-Μα είναι δική μου.

-Και δική σου. Και όλων μερικές φορές. Και κανενός άλλες. Και κάποιες δική σου ξένη.

-Πού είναι; Τη χρειάζομαι.

-Πού είναι;

-Δε με βοηθάς με τον αντίλαλο.

-Φώναξε στο δωμάτιο : »Πού είναι; Πού είναι; »

-Σε τι θα ωφελήσει;

-Σε ό,τι και να μην την βρεις.

-Πού είναι; Πού είναι;

-Nα, εκεί! Να, εκεί! Τρέξε προς τα εκεί. Πρόσεχε μόνο τον τοίχο.

-Να, την κρατάω! Να, μου αντιστέκεται! Την αγγίζω, την αγγίζω!

-Ε, κάνε γρήγορα!

-Προσπαθώ. Μπορώ;

-Προσπάθησε. Εγώ σε κοιτάζω με προσοχή.

-Τα χέρια μου πασχίζουν να την κρατήσουν σφιχτά.

Πρόσεχε! Μην την σφίγγεις δυνατά με τα δάχτυλα! Την πνίγεις.

-Μα, αλλιώς πώς;

-Bρες τον τρόπο πια, μην με κάνεις να φαίνομαι αυστηρός.

-Μου ξεγλιστράει. Μου ξεφεύγει.

-Πόσο με λυπείς!

-Ήθελα να την κρατήσω σφιχτά. Να τη νιώσω να γαργαλάει το λαιμό  και τις χορδές μου.

-Ό,τι έχουμε, νιώθουμε.

-Ό,τι δεν έχουμε;

-Θα έρθει καιρός που θα μας το δώσουν. Με άλλο περιτύλιγμα.

-Πού είναι; Τη χρειάζομαι.

-Γιατί επιμένεις;

-Eίναι η φωνή μου.

-Άκρατος εγωισμός. Είναι και είναι και είναι.

-Μα πού; Μα πού είναι;

-Κοίτα γύρω σου. Αν μπορούσες να δεις έξω από τον τοίχο, θα έβλεπες κι άλλα κλειστά δωμάτια.

-Και τι μ’αυτό;

-Κι εκεί οι άλλοι ψάχνουν. Αλλά τελικά τι ορίζουν; Σπάνια κάποιος βρίσκει φωνή. Οι περισσότεροι σκαρφαλώνουν στους τοίχους, εξετάζουν λεπτομερώς κάθε σπιθαμή του τοίχου, τα νύχια τους πολλές φορές ματώνουν, κάποιοι στην  απόγνωση χτυπούν το κεφάλι τους στον τοίχο. Και κάθομαι και τους κοιτάζω. Δε νιώθω γι’αυτούς κανένα αίσθημα. Προς τι τέτοια απόγνωση; Aφού κάθε βράδυ από τα μεγάφωνα ακούγεται το ερώτημα που σταλάζει μέσα τους και τους κάνει να νιώθουν ότι είναι δικό τους. Κάθε βράδυ από τα μεγάφωνα η ίδια στριγγή φωνή που τους ρωτάει : »Πού είναι;»

Advertisements