Το ταξί σταμάτησε στην είσοδο του σπιτιού. Κατέβηκαν από μέσα οι γονείς και δύο παιδιά. Νυσταγμένα στην όψη, ίσως είχαν κοιμηθεί κατά τη διάρκεια της διαδρομής. Ήταν Παρασκευή. Έτρεξαν να ανάψουν τη σόμπα πετρελαίου και να ετοιμάσουν τα κρεβάτια και το ένα ράντζο για να πέσουν για ύπνο. Το ένα παιδί πηγαινοερχόταν κρατώντας το συνεχώς στα χέρια του.

Το κάτω διαμέρισμα επιτέλους νοικιάστηκε. Υπήρχε ενοικιαστήριο τους δύο τελευταίους μήνες. Δεν ξέρω πόσα ζήτησε ο ιδιοκτήτης και ούτε μ’αρέσει να μπερδεύομαι στις υποθέσεις των άλλων. Δε γνώρισα ακόμη τον ενοικιαστή ούτε έχω ρωτήσει καθόλου τον ιδιοκτήτη. Αχνά μόνο έχω δει τη φιγούρα του από το μπαλκόνι να μπαίνει και να βγαίνει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Λιγάκι κοντός, αλλά και τι έγινε;

Ετοιμάστηκαν για ύπνο. Φόρεσαν πυτζάμες και δεν έβγαλαν τις κάλτσες για να μείνουν ζεστά τα πόδια. Το παιδί άνοιξε το συρτάρι του γραφείου και το έβαλε μέσα. Αύριο θα του αφαιρούσε το εξώφυλλο, όπως πάντα.

Με έχουν ζώσει τα φίδια. Όχι από περιέργεια, από ανθρώπινο ενδιαφέρον. Ένας όροφος πάνω κάτω και να μην μπορείς να δανειστείς μια ζάχαρη, να συζητήσεις για τα προβλήματα της πολυκατοικίας. Πιο πολύ βράδυ έρχεται. Ακούω τα βήματα του, το τρίξιμο της καρέκλας και ήχο γραφομηχανής. Πιο πολύ απ’όλα αυτό με ενθουσιάζει. Ο ήχος από τα πλήκτρα της γραφομηχανής. Ήχος σπάνιος και ακριβός. Θα μού άρεσε να ήταν ένας διάσημος συγγραφέας ή ρεπόρτερ σε εφημερίδα που από πείσμα επιμένει στη χρήση της και όχι στα άψυχα κομπιούτερ. Δεν μπόρεσα όμως να μάθω. Πάντως έχει φιλενάδα και μάλιστα ομορφούλα και έναν φίλο ψηλό που έρχεται συχνά. Η εικόνα τους μαζί είναι για τίτλο ταινίας. Ο ψηλός και ο κοντός. Ή για τίτλο συμμορίας που δίνουν οι δημοσιογράφοι σ’αυτούς που κλέβουν τράπεζες.

Ο φίλος μου ο Γιώργος ερχόταν κάθε καλοκαίρι. Τον περίμενα. Όχι μόνο για να πάμε στη θάλασσα ή να παίξουμε μπάσκετ ή να κάτσουμε επί ώρες κολλημένοι στην τηλεόραση προσπαθώντας να κάνουμε το γρηγορότερο γύρο στο Sonic, αλλά κυρίως για να ανοίξω το συρτάρι του γραφείου και να του τα δείξω και εκείνος να μου φέρει τα δικά του.

Τις τελευταίες μέρες βρέχει πολύ. Δεν έχω βγει από το σπίτι παρά μόνο για να πάω στο σουπερμάρκετ. Τόν ακούω να έρχεται και να φεύγει, η φωνή του είναι λίγο λεπτή, αλλά και άλλες φορές μού χτυπάει στ’αυτιά πιο έντονα απ’ό,τι θα ‘θελα. Μιλάει στο τηλέφωνο, γράφει, σκίζει. Ανεβοκατεβαίνει με ταχύτητα τις σκάλες, δεν παίρνει ποτέ το ασανσέρ. Τις προάλλες τον επισκέφτηκαν δυό τύποι. Ο ένας μεγαλύτερος σε ηλικία με στολή αστυνομικού, ο άλλος με πολιτικά ρούχα, με βραχνή φωνή, άξεστος μου φάνηκε και τραχύς. Κάπνιζε κι ένα πούρο που ο καπνός του ανέβαινε από το φεγγίτη και μου ερχόταν να πάω να τους χτυπήσω το κουδούνι. Μιλούσαν με ένταση, χτυπούσαν και τα χέρια στο γραφείο, έλεος, ήθελα να φωνάξω, πού σας βρήκε και σας μάζεψε ο ιδιοκτήτης. Από την άλλη βέβαια καλό είναι να έχεις και έναν αστυνομικό να μπαινοβγαίνει στην πολυκατοικία. Οι καιροί δεν είναι και εύκολοι, μέχρι τη γωνία πας και κρατάς την τσάντα σφιχτά μην περάσει κανένα μηχανάκι.

Ο Γιώργος ήρθε. Τα βάλαμε όλα στη σειρά και τα δείχναμε ο ένας στον άλλον. Μίκυ Μάους, Μεγάλο Μίκυ, Κόμιξ, Αλμανάκο, Κλασικά, μέχρι και τις Χαρούμενες Ιστορίες που ήταν για μικρά παιδάκια αγοράζαμε από τη μανία μας. Είχαμε υπολογίσει πότε θα κυκλοφορήσει το 100ό τεύχος του Κόμιξ και πότε το 1500ό του Μίκυ Μάους. Με το Γιώργο δεθήκαμε πολύ, έχουν περάσει χρόνια που έχουμε χαθεί, αλλάξαμε ζωές. Ή μάλλον οι κατοπινές μας ζωές δε συναντήθηκαν πουθενά. Αλλά είναι πάντα ο φίλος που θα έχω να του μιλάω για αυτή μας την τρέλα. Δεν ξέρω πια πού βρίσκεται η συλλογή του, δεν ξέρω αν την έχει πια. Η δική μου πάντως κατά ένα ακριβό της μέρος βρίσκεται πια στο σαλόνι του σπιτιού και νομίζω ότι της αξίζει.

Έφυγε, μου λέει ο ιδιοκτήτης χτες το βράδυ. Το νοίκιασε μόνο για δύο μήνες, έκανε τη δουλειά του και έφυγε. Μα καλά υπάρχουν και τέτοιοι άνθρωποι; , τόν ρώτησα. Γιατί σε δέσμευσε μόνο για δύο μήνες; Συνεργαζόταν με την αστυνομία μου είπε, το διαμέρισμα χρειαζόταν για την παρακολούθηση ενός υπόπτου. Μού ζήτησε συγγνώμη που από την αρχή δεν μπόρεσε να αποκαλύψει το λόγο της ενοικίασης και το χρονικό διάστημα της παραμονής. Σου πλήρωσε τα νοίκια τουλάχιστον; Δεν έχω παράπονο. Και με το παραπάνω. Κύριος ο Μίκυ Μάους. Ανέβηκα με τα πόδια στο διαμέρισμά μου στο δεύτερο όροφο. Φτάνοντας στο πλατύσκαλο του πρώτου ορόφου στάθηκα και κοίταξα την κλειστή πόρτα του διαμερίσματος. Μίκυ Μάους. Τι σαχλό όνομα!, σκέφτηκα. Ο Μίκυ Μάους ήρθε για λίγο στο σπίτι μου και έφυγε.

Advertisements