Κάθε φορά θυμάμαι το αίμα που ανοίγεις δρόμο στη ζωή περπάτημα αργό στους δρόμους που σέρνονται χωρίς ευχές χωρίς νίκες μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι σε κοιτώ με κοιτάς πού νικάμε θα σκεφτείς θα πεις θα νιώσεις έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί γνωρίζω δυο δέντρα αυτού του κόσμου και μου ήταν αρκετά για να έχω ρίζες γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ και ξέρω  ποιος σκάβει και ποιος ριζώνει ακόμα και σε μαύρες πέτρες. Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς ξύνομαι από τις ψείρες και σκίζω το δέρμα μου λυσσάω με τα νύχια κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει νιώθω τα μάτια μου να καίνε το στόμα μου να καταπίνει μονάχος βρες την άκρη της κλωστής γυρνάω και μυρίζω τη βρώμα στους δρόμους βουτηγμένη πίσσα κι αν είσαι τυχερός ξεκίνα πάλι υπόσχομαι υπόσχομαι και βάφω τα μάτια μου ως μέσα στην κόρη. Αυτό το δίχτυ έχει ονόματα βαριά τους θάψανε σε έναν κοινό τάφο σαν όλο το άλλο τίποτα που είναι γραμμένα σε επτασφράγιστο κιτάπι δε μίλησε κανείς δε γέλασε κανείς έστω με το θέαμα άλλοι το λεν του κάτω κόσμου πονηριά δε φάνηκε βρέθηκε λύτρωση καμία ούτε από τον ουρανό ούτε από τα κύματα κι άλλοι το λεν της πρώτης άνοιξης αγάπη αισθάνομαι πια πιο βαριές τις αλυσίδες για όλους.

Advertisements