Στα λόγια των ανθρώπων υπάρχει πάντα ένα αδιόρατο κενό. Πίσω από τις λέξεις. Πού τελείωσε η συζήτηση, ποιος μίλησε τελευταίος; Πού σταμάτησε αυτό που ήθελες και αυτό που δεν ήθελες να πεις; Κι έτσι περνούν οι μέρες σαν σελίδες κιτρινισμένες βαθιά κολλημένες στη ράχη ενός βιβλίου. Αυτό παίρνει χρόνο και βγαίνει και γίνεται κάποτε ζωή και απόφαση. Όταν δε βγαίνει μαζεύεις τα θραύσματα και τα αρχειοθετείς στη βιβλιοθήκη σου. Και μετά κλείνεις την προθήκη με ένα γυάλινο τζάμι για να μπορείς να βλέπεις μέσα και να καθρεφτίζεσαι στις απώλειές σου. Πάντοτε ήθελα να σε ρωτήσω : – εσένα ποια μέρα τελείωσε η ζωή σου;

Tα μάτια της κινούνταν κουρασμένα. Είχε δυο μέρες να ξαλαφρώσει το σώμα της από τις σκέψεις. Τα μαλλιά της ήταν αφημένα κάτω χωρίς να μοιάζουν φρεσκολουσμένα, τα χείλη της σκασμένα, αλλά έλεγες και με τέτοιο κρύο μπορεί και να είναι ιδέα μου. Έρχονται συχνά στα όνειρά μου, μου είπε. Όχι τούς βλέπω, έρχονται. Πηγαίνω, καθαρίζω τον τάφο, τον πλένω με το πλαστικό ποτιστήρι, ποτίζω και τις γλάστρες, τις περισσότερες τις αντικατέστησα με λουλούδια πλαστικά, έρχονται οι γύφτοι και τις κλέβουν. Πηγαίνω σχεδόν κάθε μέρα, τα σαββατοκύριακα όχι. Εκτός αν νιώθω ότι είναι η ώρα που πρέπει. Το Μάιο είναι τρία χρόνια, ή  θα πρέπει να βάλουμε τα κόκαλά της στο οστεοφυλάκιο ή να τα ρίξουμε στο χωνευτήρι. Μού φαίνεται ότι θα ένιωθα καλύτερα αν τα ρίχναμε στο χωνευτήρι, νομίζω ότι έτσι θα έφευγε πιο εύκολα. Όχι θα την ξεθάψουμε, θα έφευγε. Δεν απόδιωχνα ποτέ τις πεισιθανάτιες σκέψεις μου. Πολλές φορές ήταν και μέρος της ζωής μου. Αλλά, να! έτσι εκεί την ώρα που μιλούσαμε και κοιτούσα τα ιστιοπλοϊκά να μοιάζουν με άσπρες κουκκίδες μου άρεσε η ιδέα ότι κάποιος δεν πέθανε, δεν τελείωσε, αλλά ότι έρχεται και φεύγει. Και έτσι την κοίταξα πιο δυνατός.

Κάθεται στην καρέκλα και κοιτάζει. Από μέσα ακούγεται ο ήχος της τηλεόρασης, δε διακρίνει λόγια μόνο το βόμβο της. Προσπαθεί να χωρέσει μέσα στα μάτια του όλη τη ζωή που υπάρχει γύρω του, ρουφάει τα ντοσιέ, τις ζωγραφιές του Μιρό σε ένα χαρτονένιο κουτί Α4, τα ηχεία, τους μαρκαδόρους, το χάρτη του μετρό της Αττικής, με τι θα μοιάζουν αυτοί που δε θα τους δούμε να έρχονται; Θα μου άρεσε η ιδέα μιας θύμησης και μιας ζωής που δε σταματάει μέχρι εκεί. Θα μου άρεσε αυτή η γωνιά που δε σημαίνει τίποτα για κάποιον τουλάχιστον να γίνει η αφορμή για να νιώσει ότι δε ζούμε μόνο για να αφήσουμε αλλά και για να μας νιώσουν μέσα από αυτά που αφήσαμε.

Τον τάφο του δεν τον έχω βρεί ακόμη, συνέχιζε. Δεν έχω ρωτήσει, τις προάλλες συνάντησα τον αδερφό του στο νεκροταφείο και έκανα πως δεν ήξερα, δε ρώτησα και έφυγα. Μετά ήρθε στον ύπνο μου. Μού έκανε ερωτική εξομολόγηση. Στον ονειροκρίτη είδα ότι το όνειρο σημαίνει πως για να φύγει η ψυχή του πρέπει μέσα μου να τόν συγχωρήσω, δεν το έχω κάνει μέχρι στιγμής. Θα μπορούσα να ρωτήσω και τον παπά στο νεκροταφείο, υπάρχει η λίστα με τα ονόματα, πηγαίνεις, ρωτάς και βρίσκεις. Ίσως κάποια Κυριακή άδεια. Εκεί που κάθομαι το πρωί στη δουλειά και περιμένω να περάσει η ώρα. Να τόν σκεφτώ και να νιώσω την ανάγκη να πάω. Δεν είχαν σταματήσει να φαίνονται στον ορίζοντα τα ιστιοπλοϊκά. Άραγε, σκέφτηκα, αν έχουμε να λύσουμε τόσα με αυτούς που έρχονται και φεύγουν, πόσα έχουμε να λύσουμε με αυτούς που στέκονται δίπλα μας;

Δεν ξεχνώ. Όταν συναντώ κάποιον που τον αγαπώ. Να τού κάνω την  ερώτηση : »πώς τα περνάς στη ζωή σου;» . Όχι από κουτσομπολιό ούτε για να ανοίξω κάποια θέμα συζήτησης, αλλά γιατί μου αρέσουν οι πορείες που συγκλίνουν και αποκλίνουν αλλά στρώθηκαν με την  ίδια άσφαλτο. Ή τουλάχιστον που μπορούν να νιώσουν το ίδιο πάτημα του οδοστρωτήρα αλλά κάτω από αυτό η άσφαλτος καυτή ακόμα να αναπνέει και το χνώτο της να βγάζει ανάσες και θαμπάδα στο γυαλί. Ίσως αυτό να φοβάμαι περισσότερο. Να ζούμε ένα κενό. Ή να μας συναντήσει κάποτε ένας άγνωστος στο δρόμο και χωρίς ίχνος ενδοιασμού να βγάλει το καπέλο του και κοιτώντας μας ψυχρά στα τρεμοπαίζοντα μας μάτια να μάς ρωτήσει : »-εσένα ποια μέρα τελείωσε η ζωή σου;».

Advertisements