-Θα κάνουμε μία συμφωνία, μου είπε, κοιτώντας τα χέρια μου να μιλάνε. Θα το λέμε Σι. Και θα είναι δικό μας κοινό μυστικό, θα το λέμε,όταν δε θέλουμε να το πούμε με άλλο τρόπο. Κι όταν σκέφτεσαι ότι θέλεις να το φωνάξεις, ότι η φωνή σου θέλεις να βγαίνει από τις άκρες των δαχτύλων σου, θα το φωνάζεις μέσα σου Σι και ξανά Σι και αυτοί που δε θα το ξέρουν θα σε κοιτούν περίεργα, αλλά θα είναι ένας δικός σου κόσμος, το δικό σου Σι.

Χτύπησα την πόρτα του στις τρεις παρά τέταρτο. Δεν είχα επίγνωση του χρόνου, ήξερα αυτό που ήθελα να πω.

-Λοιπόν, εγώ αυτό που θέλω να πω είναι ότι τα μάγια, μόνο αν τα πετάξεις στη θάλασσα, μπορούν να λυθούν. Τα πετάς και τα βουλιάζεις και φεύγεις. Εγώ αυτό θέλω να κάνω. Να πάω στη θάλασσα και να τα πετάξω όλα. Εκεί που φεύγουν τα πλοία για Κυκλάδες, εκεί μέσα θέλω, στην Άστιγγος δίπλα και να έχει φασαρία, να μην είναι τίποτε το διαφορετικό, μια συνηθισμένη κοινή πράξη. Μια κοινή πράξη. Όχι μια καθημερινή.Mε φoβίζει η ασχήμια μιας καθημερινής πράξης. Αυτό είναι που έλεγα όλη την ώρα, όπως περίμενα στη στάση και δεν είχε κρύο, αλλά δεν ένιωθα τα χέρια μου. Κι εγώ αυτό δεν το έχω σαν Σι και σαν οτιδήποτε άλλο, το γέννησα και το εξέθρεψα και τώρα το βουλιάζω. Πού θα το πω , πού ήθελα να το πω;

Ο Γ. μού είπε να ειπωθεί με λέξεις. Εγώ γι’αυτό ήρθα, αυτό ήθελα να πω. Πάνω απ’όλα δεν είναι ωραίο να βλέπεις τηλεόραση τη νύχτα και να είναι σκοτάδι. Αν δεν ανάψεις το φως στο χωλ, κοιτάς να σύρεις την πόρτα σιγά σιγά, μην εμφανιστεί κανένας με κουκούλα ή με μαχαίρι και να είναι νύχτα. Μετά δεν είναι και ωραίο να μην έχεις να το πεις, φοβήθηκα και ήταν ή δεν ήταν δίκαιο. Να το λέμε με λέξεις. Μετά σκέφτηκα αν όλο αυτό ήταν μια υπνοθεραπεία χωρίς ίχνος σκέψης, δε θα ήταν φυσικό να βρισκόμαστε σε ένα δάσος που στα κλαδιά των δέντρων φυτρώνουν λέξεις και κόβοντας μια λέξη μένει άδειο το κλαδί, αλλά ξέρεις ότι θα έρθει από κάτω μια νέα λέξη να γονιμοποιήσει το κλαδί εκεί που κόπηκε και αν φύτρωναν αυτές οι λέξεις και βλάσταιναν καθώς έπεφταν θα γεννούσαμε νέες λέξεις και δε θα υπήρχε ο φόβος του κενού, μόνο ο φόβος να μη μείνουν παρά μόνο τα λόγια.

Στις οκτώ παρά τέταρτο Σι. Στις εννιά και τέταρτο Σι. Στις εννέα και είκοσι τρία Σι.

Με πήραν τηλέφωνο για μια έρευνα. Δεν μπορούσα να απαντήσω, να πας στους πρόσφυγες τα πράγματα στην πύλη εκεί στο λιμάνι έλεγα, να πας τα πράγματα στους πρόσφυγες, τα ρούχα σου δεν τα φοράς, τα κρατάς στην ντουλάπα μπας και αδυνατίσεις και όλο αντιδράς, όταν δεν μπορείς να κάνεις μια νέα αρχή και δεν μπορεί να είναι η αρχή του τέλους η σιγουριά και δεν μένει να είναι μια καρέκλα ζεστή, μένει μια καρέκλα όταν είναι στέρεη και τα παπούτσια σου τα παλιά να δώσεις και ποιος θα φοράει νούμερο 46 πρόσφυγας, λες και ο πρόσφυγας δεν μπορεί να έχει μεγάλο πόδι και αν τους δεις στο ασανσέρ θα τους μιλήσεις και πώς και γιατί να έχεις το κεφάλι χαμηλά λες και δεν ήταν επιτυχία και αυτό ήταν να ξέρεις τους πήγε ο πατέρας σου μπανάνες, ένα τσαμπί μπανάνες και έτρεξαν τα παιδάκια να τα πάρουν κι εσύ μια μπλούζα, ένα τίποτα από αυτά που σού έχουν ξεφτίσει και δεν μπορούσα να απαντήσω στην έρευνα, είναι χαζή δικαιολογία πως τώρα δεν μπορείς.

Ποιος θα μου πει τι ώρα είναι;

Εγώ αυτό ήθελα  να πω. Η ώρα ήταν επτά και τριάντα πέντε.

Δεν υπάρχει περίπτωση να μην ταιριάζει με την ψυχοσύνθεσή μου, αυτό που λέω θα πω. Έβαλα να ακούσω το »Μπουμ». Ακουγόταν ο Παπακωνσταντίνου μέσα από τα θραύσματα και σκέφτηκα ότι κι εγώ θα ήταν δίκαιο να είμαι ο Παπακωνσταντίνου, αν ήμουν τραγουδιστής θα έπρεπε να είμαι ο Παπακωνσταντίνου και να μην  είμαι κάποιος άλλος, γιατί ο κάποιος άλλος που ήθελα να είμαι δεν είχε τη φωνή του Παπακωνσταντίνου κι εγώ αφού δεν κατάφερα να το νιώσω μέσα στο δέρμα μου την αίσθηση της ζωής που χάνεται και αφού αυτό που ήθελα και έπρεπε να είμαι δεν ήταν τόσο στον τόπο μου βαθύ θα έπρεπε να είμαι τουλάχιστον ο Παπακωνσταντίνου για να αξιωθώ το βαθύ να το έχω στη φωνή μου. Δεν μπορείς να κλαις επειδή δεν είσαι ο Παπακωνσταντίνου, αυτό είναι πολύ δύσκολο Σι.

Τρέξε να προλάβεις, μού έλεγα. Τρέξε να προλάβεις. Όχι δεν φεύγει το πλοίο, δε θα πας στο πλοίο, στο λιμάνι θα πας, τρέξε να προλάβεις. Δεν το περίμενα ότι ήταν επτά και τριάντα πέντε. Είχα στον ώμο την τσάντα τη γαλάζια με τα κίτρινα κορδόνια των σκουπιδιών των πολλών. Ποιος παραιτήθηκε από το Φεστιβάλ;, σκεφτόμουν και τόν άκουγα να μου λέει φωναχτά, σχεδόν στα όρια του Σι, ότι δεν είναι λόγος να ψάχνεις ποιος παραιτήθηκε από το φεστιβάλ, αλλά γιατί βιάζεσαι και γιατί δε λες το λόγο που βιάζεσαι στον εαυτό σου και γιατί κατεβαίνεις τρέχοντας τη Βενιζέλου, ενώ κάποτε κοίταγες το άνοιγμα στον ορίζοντα του ματιού ανάμεσα στις πολυκατοικίες και μου μιλούσε στα όρια του Σι, ενώ βαστούσα τη σακούλα των πολλών των σκουπιδιών. Και κοιτώντας μια στιγμή στο δρόμο ένα παράθυρο ψηλά σε μια πολυκατοικία ξένη, σκέφτηκα πόσο ηλίθιοι είναι οι δρόμοι που μένουν ίδιοι και πόσο ηλίθιοι είναι ήθελα να φωνάξω αυτοί οι δρόμοι που δεν αλλάζουν, που έμειναν ίδιοι και μετά μην μπορώντας να εστιάσω είπα να πω στον εαυτό μου ότι βιάζομαι γιατί είναι επτά και τριάντα πέντε και τα φώτα στις κολώνες του δήμου δεν έχουν ανάψει και ότι το έλεγε πάντα και το άκουγα σα μια στιγμή και σα μια απόφαση της ζωής μου ότι η πιο ωραία ώρα της ημέρας είναι πριν ανάψουν τα φώτα του δήμου και έλεγα να το ζήσω μέχρι το τέλος του δρόμου προτού ανάψουν τα φώτα και ότι έτσι δε χάνεται αυτό, να μην ανάψουν τα φώτα και ένιωθα το πόδι μου να πονάει, εγώ δεν ήρθα για να πω αυτό, εγώ ήρθα για να πω πόση ασχήμια κρύβει μια  πράξη καθημερινή , να το λέμε Σι, πόση ασχήμια κρύβει μια πράξη καθημερινή , να το λέμε Σι και κοιτώντας αυτό το παράθυρο στην πολυκατοικία την ξένη ένιωσα το τρεμόσβησμα από το φως της κολώνας εκεί λίγο πιο χαμηλά από την Ηρώων Πολυτεχνείου και είπα πως αυτό δεν είναι ζωή ή τουλάχιστον δεν θα μπορεί να είναι ζωή και στρέφοντας τα μάτια προς τον ουρανό ένιωσα τα χείλη μου υγρά και το σάλιο μου να τρέχει στα πλάγια από το ανοιχτό μου στόμα και ήταν αυτό που μ΄έκανε και ντράπηκα βαθιά και έβαλα τα κλάματα άγρια γελώντας.

Advertisements